Οι λογοκλόποι, η ομερτά και η «γενναιοδωρία»…

Το κείμενο αυτό εστάλη αρχικά στην Athens Review of Books ως απάντηση σε δημοσίευμά της. Η διεύθυνσή της αρνήθηκε να το δημοσιεύσει με τον ισχυρισμό ότι είναι «νομικώς επιλήψιμο»

Με τις μικρές μου δυνάμεις ως Δημήτρης συγχαίρω το Νέον Πλανόδιον και τους “τολμηρούς μα τόσο αληθινούς” συντάκτες του: Έλενα Σταγκουράκη, Γιώργος Βαρθαλίτης, Κωνσταντίνος Πουλής και Kώστας Κουτσουρέλης.

Tου Κώστα Κουτσουρέλη*

Όχι με ένα αλλά με δυο της κείμενα απανωτά κατακεραυνώνει η Αthens Review of Books στο φύλλο της του Σεπτεμβρίου το περιοδικό Νέο Πλανόδιον και τον υποφαινόμενο. Και το μεν πρώτο απ’ αυτά, που υπογράφει η διεύθυνσή της, δεν σηκώνει σχόλιο. Το αψίθυμο κατηγορώ του κ. Βασιλάκη («παρέες κηνσορίσκων», «αυριανικού τύπου εκστρατείες» κ.ο.κ.) πιο πολύ σύγχυση και ταραχή προδίδει παρά ανωτερότητα και αφ’ υψηλού καταδίκη. Κρίμα! Στο Νέο Πλανόδιον έχουμε περί πολλού την παθιασμένη πολεμική, και θα μπορούσαμε να την ανεχτούμε ακόμη κι αν ήταν μονόπλευρη ή κραυγαλέα – φτάνει νά ’χε όντως κάτι να πει.

Η επιστολή του κ. Σταύρου Πετσόπουλου αντίθετα, ανθρώπου διακεκριμένου των γραμμάτων μας και δημιουργού των Εκδόσεων Άγρα, καθότι ευπρεπής και νηφάλια, σηκώνει και παρασηκώνει και σχολιασμό και αντίκρουση. Με τον τρόπο της, εγείρει ζητήματα καίρια και ουσιώδη για τη λεγόμενη πνευματική μας ζωή. Χαίρομαι λοιπόν για την ευκαιρία που μου παρέχει να ξεκαθαρίσω τη θέση μας ως προς αυτά.

Από τα γραφόμενά του συνάγω ότι ο κ. Πετσόπουλος αγνοεί το περιεχόμενο της έρευνάς μας για τη λογοκλοπή («Φάκελος Λογοκλοπή», Νέο Πλανόδιον, τχ. 1, χειμώνας 2013-2014). Και ότι η εικόνα που έχει σχηματίσει γι’ αυτήν είναι μάλλον από δεύτερο χέρι, πρωτίστως από τα άρθρα του τρέχοντος τεύχους («Φάκελος Λογοκλοπή: Ο κριτικός απόηχος», ΝΠ, τχ. 2, καλοκαίρι 2014). Όμως αυτά τα τελευταία έχουν να κάνουν με το ειδικό ζήτημα της ποιητικής λογοκλοπής και δεν αφορούν την λογοκλοπή εν γένει. Τώρα, επειδή η ποιητική λογοκλοπή έχει καταστεί εδώ σε μας περίπου συνώνυμη με το πρόσωπο του Χάρη Βλαβιανού, και επειδή οι τρεις από τους πέντε αρθρογράφους του δεύτερου τεύχους μας αναφέρονται όντως σ’ αυτόν (δευτερευόντως ωστόσο, το βασικό θέμα εκεί είναι άλλο: οι θεωρητικές απόψεις του Νάσου Βαγενά), δεν είναι ίσως παράξενο ότι ο επιστολογράφος αφήνεται να παρασυρθεί σε βεβιασμένο συμπέρασμα. «Δυο τεύχη του νέου καλού περιοδικού με μεγάλο αφιέρωμα σε μια μπαγιάτικη ιστορία», ισχυρίζεται, «είναι πολύ».

Είναι όντως έτσι; Ας δούμε το πράγμα από πιο κοντά. Στο ΝΠ1 η έρευνα περί λογοκλοπής καλύπτει 21 σελίδες – περίπου 7000 λέξεις. Σ’ αυτήν εκτίθενται διεξοδικά οι νομικές, φιλοσοφικές, αισθητικές όψεις του θέματος και επιχειρείται αναδρομή στην ιστορία της λογοκλοπής στην Ελλάδα από τις αρχές του 19ου αιώνα έως σήμερα. Από τα σκάνδαλα που βγήκαν στο φως τα τελευταία χρόνια, εκτενής λόγος γίνεται για τον δημοσιογράφο Στέλιο Κούλογλου, τον μαθηματικό, παλαιό πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, Νικόλαο Αρτεμιάδη, τον πανεπιστημιακό και βουλευτή Γιάννη Πανούση. Ακόμη μνημονεύεται η εντελώς πρόσφατη υπόθεση της Φωτεινής Τομαή, διευθύντριας του Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών, και πολλές άλλες, παλαιότερες και καινούργιες.

Η υπόθεση Βλαβιανού καλύπτει γύρω στις πεντέμισι σελίδες – έκταση ασφαλώς σημαντική, στην πραγματικότητα όμως περιορισμένη, αν αναλογιστεί κανείς το πλήθος των ευρημάτων που είχαμε στη διάθεσή μας. Διότι, ας τονιστεί, τα περισσότερα από τα στοιχεία που δημοσιεύουμε για τον Βλαβιανό είτε παρουσιάζονται για πρώτη φορά, όντας προϊόντα δικής μας αυτοτελούς έρευνας· είτε είχαν αναρτηθεί πρόσκαιρα σε ολιγοσύχναστα διαδικτυακά μέσα, αφαιρέθηκαν όμως κατόπιν και παραμένουν ώς σήμερα άγνωστα· είτε, τέλος, είναι όντως οικεία μας από τις φήμες και τις διαδόσεις που κυκλοφορούν, ουδέποτε όμως βρέθηκε έντυπο διατεθειμένο να τα δημοσιεύσει. Κάνει λάθος επομένως ο κ. Πετσόπουλος όταν γράφει ότι η ιστορία την οποία αφηγούμαστε είναι παρωχημένη, μια παλιά «κουτσουκέλα» του Βλαβιανού, για την οποία τάχα «έδωσε εξηγήσεις».

Ως «κουτσουκέλα» εικάζω ότι ο Σταύρος Πετσόπουλος εννοεί μάλλον το εκτενές ποίημα της Καναδής Αν Κάρσον για τη ζωή της Αχμάτοβα, που ο Βλαβιανός δημοσίευσε ως σύνθεση δική του το 2003. Ή, ίσως, το δοκίμιο του Αμερικανού ποιητή Ντέηνα Τζόια, αποσπάσματα του οποίου ενσωμάτωσε σιωπηρά σε δικό του βιβλίο το 2007. Για τις δύο αυτές υποθέσεις, ο Βλαβιανός όντως επεχείρησε να δώσει εξηγήσεις. Στην πρώτη περίπτωση, ισχυριζόμενος πάνω κάτω το γνωστό εκείνο ότι «οι μεγάλοι ποιητές κλέβουν…»· στη δεύτερη, παραδεχόμενος μεν την ακρίβεια της καταγγελίας, αλλά αποδίδοντάς την σε παραδρομή.

Τώρα, αν ο κ. Πετσόπουλος είχε λάβει όντως υπ’ όψιν του τα τεκμήρια της έρευνάς μας, θα ήξερε αυτή τη στιγμή ότι, εκτός από τα κείμενα της Κάρσον και του Τζόια, ο Βλαβιανός τα τελευταία 25 χρόνια έχει ιδιοποιηθεί έργα κάμποσων δεκάδων (!) ακόμη συγγραφέων. Φιλολόγων και μελετητών λ.χ., όπως ο Φρανκ Κερμόουντ και ο Ουίλλιαμ Κούκσον· δοκιμιογράφων και αποφθεγματιστών όπως ο Γκαίτε, ο Βαλερύ, ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Οκτάβιο Πας· διανοητών όπως ο Μονταίνιος, ο Βιττγκενστάιν, ο Παναγιώτης Κονδύλης· δραματουργών και μυθιστοριογράφων όπως ο Σαίξπηρ, ο Ντεφόου, ο Εμίλ Σιοράν – για να μείνουμε μόνο στα εκτός της ποιήσεως είδη του λόγου. Τα «δάνεια» αυτά, όπως δείξαμε, εκτείνονται κάποτε σε σελίδες ολόκληρες, όπως στην περίπτωση της πραγματείας του Κούκσον για τον Έζρα Πάουντ (A Guide to the Cantos, σ. 157-165) που ο Βλαβιανός κοπιάρει στη δική του παουντική έκδοση (Σχεδιάσματα και αποσπάσματα των Κάντος CX-CXX, Νεφέλη 1991, και ήδη παλαιότερα στο Πλανόδιον, τχ. 12, Ιούνιος 1990, σ. 402-409). Άλλοτε πάλι πιάνουν λίγες γραμμές, όπως στην περίπτωση των πάμπολλων ξένων στοχασμών και αφορισμών τους οποίους ο Βλαβιανός παρουσιάζει ως αυτοτελή δικά του αποφθέγματα. Γράφει λ.χ. ο Παναγιώτης Κονδύλης: «από το θράσος των ημιμαθών προτιμώ τη ματαιοδοξία των πεπαιδευμένων»; «Από την αναίδεια και το φτηνό γούστο των ημιμαθών ποιητών, προτιμώ την αλαζονεία των πεπαιδευμένων», επαναλαμβάνει ο Χ.Β. Αποφαίνεται ο Όσκαρ Ουάιλντ: «Beauty reveals everything, because it expresses nothing»; «Η ποίηση αποκαλύπτει τα πάντα, γιατί δεν εκφράζει τίποτε», διαπιστώνει ο Χ.Β. Βρίσκει ο Βαλερύ ότι «L’avenir n’est plus ce qu’il était»; «Το μέλλον δεν είναι πια όπως ήταν», μεταφράζει επί λέξει ο Χ.Β. Το «Sehe mit fühlendem Aug, fühle mit sehender Hand» του Γκαίτε γίνεται απαράλλακτα «Να βλέπεις με μάτι που αισθάνεται. Να αισθάνεσαι με χέρι που βλέπει» – κ.ο.κ., κ.ο.κ. Ακόμη και ξένες παροιμίες γνωστές προτείνονται στον Έλληνα αναγνώστη ως πρωτότυποι δικοί του αφορισμοί.

Ένα ολόκληρο βιβλίο του (Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε χαϊκού, Πατάκης 2011) έχει αίφνης κοινή τη συστατική του ιδέα με το έργο ενός Νεοζηλανδού συγγραφέα που είχε δημοσιευτεί κάμποσα χρόνια προηγουμένως στο διαδίκτυο (Dick Whyte, A Brief History of Western Philosophy in Haiku Format, 2008). Όσο για τις ποιητικές συλλογές του Βλαβιανού, ώς και το εν τρίτον (1/3) του όγκου τους καλύπτεται από αδήλωτα ή εντέχνως συγκεκαλυμμένα «δάνεια» – ποιήματα ακέραια ή παραλλαγμένα των Σίμικ, Αρρέγκι, Φέντον, Ζαμπές, Μπάχμαν και πλείστων άλλων. Σταματώ εδώ. Όποιος ενδιαφέρεται για τις πλήρεις παραπομπές, ας τις αναζητήσει στο πρώτο τεύχος του Νέου Πλανόδιου.

Αναρωτιέμαι λοιπόν: Σε τι απ’ όλα αυτά απάντησε ποτέ ο Χ.Β.; Και τι εξηγήσεις θα μπορούσε τάχα να δώσει; Κι αν διαθέτει όντως τέτοιες εξηγήσεις, τι περιμένει για να τις εκθέσει; Το βέβαιο είναι ότι έως ότου το πράξει, η «υπόθεση Βλαβιανού» όχι μόνο δεν θα είναι «μπαγιάτικη» και ξεθυμασμένη, όπως εικάζει ο Σταύρος Πετσόπουλος, αλλά, αντιθέτως, οσμηρότατα φρέσκια και επίκαιρη.

Προσωπικά, δεν αμφιβάλλω ότι αν ο κ. Πετσόπουλος είχε προλάβει να ρίξει μια ματιά σ’ όλα αυτά, θα προφύλαττε τον εαυτό του από τη μίζερη απόπειρα να υποβαθμίσει το ζήτημα σε προσωπική υποτίθεται διένεξη, δική μου με τον Βλαβιανό. Και δεν θα μου απέδιδε «κάκιωμα», όπως γράφει, υποδαυλιζόμενο μάλιστα από το ότι εγώ κι εκείνος είμαστε ομότεχνοι. Πρώτα απ’ όλα, γιατί το θέμα δεν είναι υπόθεση δύο ανθρώπων – ποτέ δεν ήταν. Ο Φάκελος Λογοκλοπή στο ΝΠ1 υπήρξε προϊόν συλλογικής εργασίας όπου συνέβαλε όλη σχεδόν η συντακτική ομάδα του περιοδικού – πλην εμού, ο Γιώργος Βαρθαλίτης, ο Κωνσταντίνος Πουλής και η Έλενα Σταγκουράκη. Στο δεύτερο τεύχος μας, την περίπτωση Βλαβιανού καυτηριάζουν επιπλέον ρητά τόσο ο Γιάννης Πατίλης όσο και ο Ντίνος Σιώτης. Στο ίδιο τεύχος ο Νάσος Βαγενάς, μολονότι δίνει θεωρητικό συγχωροχάρτι στον Βλαβιανό για τα αμιγώς ποιητικά «δάνεια», εμμέσως πλην σαφώς δέχεται ότι οι λοιπές καταγγελίες εναντίον του στοιχειοθετούν όντως λογοκλοπή. Παλαιότερα, για το ίδιο ζήτημα, τον Βλαβιανό είχαν επιτιμήσει δημόσια συγγραφείς όπως ο Αναστάσης Βιστωνίτης, ο Πάνος Θεοδωρίδης, ο Σωτήρης Παστάκας, ο Βασίλης Λαλιώτης κ.ά. – κάποτε δε με ειρωνικό ή διόλου αβρό τρόπο. Ο Δημήτρης Σολδάτος («Τον Βλαβιανό με παρρησία / κλέψε και πες: κρυπτομνησία!») και ο Στιχάκιας («Ό,τι δεν είναι κανενός / θα τό ’χει γράψει ο Βλαβιανός») έγραψαν ποιήματα που τον σατιρίζουν. Για χρόνια η λογοτεχνική πιάτσα βοά. Έχουν όλοι αυτοί προσωπικά με τον άνθρωπο; Είναι όλοι φθονεροί ομότεχνοι που τον εποφθαλμιούν; Αλλά κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι τα κίνητρά τους είναι ταπεινά – τι αλλάζει αυτό στην ουσία των καταγγελιών;

Γενικά, η αντίληψη του Σταύρου Πετσόπουλου ότι ένας ποιητής δεν επιτρέπεται να εκφέρει λόγο επικριτικό προς ομότεχνο για να μη θεωρηθεί επίβουλος και φθονερός στο σινάφι, μου φαίνεται άκρως παράδοξη. Αν δεν δικαιούνται να κρίνουν οι κατά τεκμήριο ειδήμονες, τότε ποιοι μπορούν να το κάνουν; Ή μήπως η κριτική έχει το ελεύθερο μόνον να επαινεί; Εκτός όμως από παράδοξη, ας μου επιτραπεί να το πω, η αντίληψη αυτή είναι και κάτι άλλο, απείρως χειρότερο: άκριτα και θλιβερά συντεχνιακή. «Κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει», λέει ο λαός για το πάρε-δώσε στο εσωτερικό των συντεχνιών, την ομερτά που σκεπάζει τις συναλλαγές των μελών τους. Και ειλικρινά απορώ: σε μια εποχή όπου η χώρα όλη στενάζει από τα κατορθώματα των κάθε λογής συντεχνιών, είναι δυνατόν ένας καταξιωμένος πνευματικός άνθρωπος να υποστηρίζει τη γενική αμνήστευση των παραβατών, έναν άλλο «νόμο περί ευθύνης υπουργών» τρόπον τινά, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα ορισμένων; Και είναι δυνατόν να υποστηρίζει μια λογική συμψηφιστική, του τύπου «ε, αφού ο εν λόγω έχει έργο μεταφραστικό και εκδίδει κι ένα περιοδικό μέσες άκρες αξιόλογο, συγχωρεθήτωσαν αι αμαρτίαι αυτού;» Είναι δυνατόν ο Σταύρος Πετσόπουλος να μη βλέπει ότι ακριβώς μέσω του περιοδικού του ο Βλαβιανός, και μέσω των σχέσεων που καλλιεργεί με τον εκδοτικό κόσμο και τον Τύπο, εξαγοράζει τη σιωπή και την ανοχή που χρειάζεται για να κάνει όσα κάνει; Για έναν τέτοιον ζητάει τη γενναιοδωρία μας;

Όπως του απάντησε ήδη ο Κωνσταντίνος Πουλής, μέλος της συντακτικής μας ομάδας: «Η γενναιοδωρία προς τον πλούσιο λέγεται κολακεία, και δεν είναι αρετή. Για ποιον λόγο να έχει ανάγκη τη γενναιοδωρία μας ένας άνθρωπος σαν τον Βλαβιανό; Χάθηκαν τόσοι άλλοι πιθανοί αποδέκτες της γενναιοδωρίας μας (ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό, όσο μπορεί να βοηθηθεί κανείς από αυτήν); Να την κρατήσουμε για τον άνθρωπο που πιάνεται με το χέρι στο μέλι και εμφανίζονται προσωπικότητες των γραμμάτων μας να πουν ότι καλά κάνει; Εκτιμώ ότι αυτή είναι μια περίπτωση που απαιτεί όχι γενναιοδωρία, αλλά το θάρρος να πεις δημόσια αυτό που όλοι λένε μόνο ιδιωτικά».

Αντίθετα μ’ αυτά που ιδιοτελώς κηρύσσονται εν Ελλάδι, η λογοκλοπή δεν είναι Kavaliersdelikt – παραστράτημα αριστοκρατικό και ανώδυνο με το οποίο διασκεδάζουμε μια στις τόσες. Η λογοκλοπή είναι απάτη. Θύμα του λογοκλόπου δεν είναι τόσο ο αρχικός δημιουργός – αυτή είναι η στενή, ιδιοκτησιακή όψη του πράγματος. Θύμα του είναι πρωτίστως ο αναγνώστης· εκείνου την καλοπιστία καταχράται, αυτόν προσπαθεί να εξαπατήσει ο λογοκλόπος, επιδεικνύοντάς του τον ξένο κόπο ως δικό του κι επιχειρώντας παντί σθένει να φανεί στα μάτια του σημαντικότερος απ’ ό,τι είναι. Καμιά συγγραφική κοινότητα, καμιά λογοτεχνία που σέβεται τον εαυτό της δεν μπορεί να ανέχεται για πολύ τέτοια φαινόμενα στους κόλπους της, αν δεν θέλει να ξεπέσει εντελώς στην ανυποληψία.

Όσο τώρα για τον Βλαβιανό, ως δημόσιο πρόσωπο που είναι, υπόκειται φυσικά σε δημόσιο έλεγχο. Και τέτοιον τού ασκήσαμε – ευθαρσώς και εμπεριστατωμένα. Όσοι δυσανασχετούν μ’ αυτό, ας αναλογιστούν ότι η υποκριτική σιωπή και η μεθοδευμένη συγκάλυψη δεν συνιστούν κριτική στάση. Όπως δεν συνιστούν κριτική στάση η ακούραστη ιδιωτική καταλαλιά ή τα ελεεινά χτυπήματα κάτω απ’ τη ζώνη. Αν η ΑRB κόπτεται τόσο για τις «αυριανικού τύπου εκστρατείες», ας στρέψει την προσοχή της σ’ εκείνους που τις υποκινούν.

Θα κλείσω μ’ ένα απόσπασμα ακόμη από το κείμενο του Πουλή, που μας εκφράζει όλους στο Νέο Πλανόδιον: «Αν η επιθυμία να έχεις ντε και καλά εχθρούς σε κάνει αχώνευτο και γρουσούζη, ο φόβος να μην έχεις κανέναν εχθρό σε κάνει δειλό, ενδεχομένως κόλακα και, αν αυτά δεν αρκούν, μακροπρόθεσμα οπωσδήποτε αναξιόπιστο. Η γραμμή πλεύσης που έχουμε επιλέξει είναι να μη μετράμε φίλους και εχθρούς πριν να μιλήσουμε. Και αυτή τη χειρονομία την καμαρώνουμε, γιατί αποδεικνύεται ότι δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Κατά τα λοιπά, όπως δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας ενοχλεί, έτσι δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας συγκινεί και προκαλεί τον θαυμασμό μας.»

*Συγγραφέα, διευθυντή του περιοδικού Νέο Πλανόδιον

Πηγή: The Press Project

Posted in Writer | Tagged , , , , , , ,

H εθνική μας συνείδηση από την αρχαιότητα στο αύριο

Tης Λίνας Μάσσου*

 Η διαμόρφωση «εθνικής συνείδησης» είναι ζήτημα μείζονος σημασίας, όχι γιατί  η εντυπωσιακή εικόνα των Καρυάτιδων της Αμφίπολης ενεργοποιεί τα «ελληνικά γονίδια», αλλά γιατί βρισκόμαστε μπροστά στη σύγκρουση δύο κόσμων, αυτόν του παρελθόντος και αυτόν του μέλλοντος.

Από τη μία η Αμφίπολη, μια πολύ μεγάλη ανασκαφή που, παρά το γεγονός ότι γίνεται και αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης, τα ευρήματά της είναι αναμφισβήτητα πολύ σημαντικά. Όταν σβήσουν τα φώτα της δημοσιότητας όμως πιθανότατα θα ακολουθήσει ένας μουσειακός χώρος που θα φυτοζωεί όντας απομονωμένος από την κοινωνία, ένας χώρος που θα δικαιολογεί το όνομά του: Μουσειακός.

Μια καναδέζικη εταιρεία επένδυσε 1,5εκ. δολάρια για την κατασκευή ειδικής στολής κατάδυσης που θα χρησιμοποιήσει η διεθνής ομάδα επιστημόνων που επιστρέφει στο ναυάγιο των Αντικυθήρων. Η τελευταία λέξη της τεχνολογίας στην υπηρεσία της ενάλιας αρχαιολογίας. Με την ολοκλήρωση της αποστολής τα Αντικύθηρα θα επιστρέψουν στην αφάνεια, τον υποτυπώδη τουρισμό με μερικές αναλαμπές και πιθανόν να λύσουν και το θέμα μόνιμου γιατρού στο νησί.

Από την άλλη, το Ινστιτούτο Πληροφορικής του ΙΤΕ, απέσπασε πριν από λίγες μέρες 3 τιμητικές διακρίσεις στη διεθνή έκθεση καινοτομίας στην Ταϊβάν. Ένα πρωτοποριακό σύστημα παιχνιδιού, ένα εξίσου πρωτοποριακό σύστημα μετατροπής εντύπου σε διαδραστικό μέσο με πολυμεσικές πληροφορίες και ένα διαδραστικό τραπέζι εστιατορίου, κέρδισαν το ενδιαφέρον των επισκεπτών, όπως και σε προηγούμενες εκθέσεις. Ωστόσο τα Μ.Μ.Ε. δεν αναπαρήγαγαν με την ίδια θέρμη και περηφάνια την είδηση.

Παρά τις «μέτριες επιδόσεις» των ελληνικών πανεπιστημίων στις παγκόσμιες λίστες κατάταξης, το ερευνητικό προσωπικό με το οποίο τροφοδοτούν εγχώριους και διεθνείς ερευνητικούς φορείς, οι απόφοιτοι που γίνονται δεκτοί σε καλά ιδρύματα του εξωτερικού και οι Έλληνες πανεπιστημιακοί με διεθνή καριέρα, δημιουργούν ένα πολύ καλό όνομα για την ελληνική επιστημονική κοινότητα. Παρόλα αυτά η απαξίωση που δέχεται το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι συνεχής και πολυεπίπεδη.

Μέσα σε αυτό το συγκρουσιακό περιβάλλον είναι ανάγκη να επαναπροσδιορίσουμε την εθνική μας συνείδηση. Δε μπορούμε να επικεντρωνόμαστε στην αρχαιότητα και να παρακολουθούμε εκστασιασμένοι το «ξεθάψιμό» της. Η πραγματική και ουσιαστική εθνική συνείδηση επιβάλλεται να είναι ένα φαντασιακό σεβασμού της αρχαίας ιστορίας, σύνδεσής της με την κοινωνία και κυρίως επένδυσης στο απώτερο μέλλον. Η κάπως ρομαντική αντιμετώπιση της ιστορίας, όπου όλα μένουν ως έχουν και εμείς, στάσιμοι αλλά καμαρωτοί, έχοντας αίσθημα ανωτερότητας απέναντι στους άλλους λαούς,  απολαμβάνουμε τα επιτεύγματα του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού, δεν αποτελεί μια χρήσιμη και ελπιδοφόρα επιλογή για τη χώρα. Τι «συμβουλεύει» ως ψυχαναλυτής ο Καστοριάδης για το θέμα; Πρέπει να ξεχάσουμε τους αρχαίους Έλληνες ή να τους ξεπεράσουμε!

Η ιστορία μας πρέπει να αντιμετωπιστεί με σεβασμό αλλά να ενταχθεί στην καθημερινή μας ζωή και να αξιοποιηθεί με καινοτόμο τρόπο. Έτσι η κατασκευή υποδομών, όταν μάλιστα αυτές είναι καίριας σημασίας τόσο για την τοπική κοινωνία όσο και για τη χώρα στο σύνολό της, δε μπορεί να καθυστερεί επί χρόνια λόγω των αρχαιολογικών ευρημάτων. Τα έργα θα πρέπει να προχωρούν με νέες μελέτες όπου τα ευρήματα θα εντάσσονται αρμονικά σ’ αυτά, χωρίς χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Στην Αλίκυρνα, κοντά στον Μεσολόγγι, μια αρχαία πολιτεία ήρθε στο φως στα πλαίσια των έργων της Ιόνιας Οδού. Η έγκαιρη ολοκλήρωση ενός έργου τόσο σημαντικού τίθεται εν αμφιβόλω αν αναλογιστούμε την έκβαση παρόμοιων περιπτώσεων. Η Αιτωλοακαρνανία είναι ένας νομός με ελλιπέστατο και άκρως προβληματικό οδικό δίκτυο, νομός σε πολιτιστικό μαρασμό και ελάχιστη τουριστική ανάπτυξη. Τα ευρήματα της Αλίρκυνας δεν πρέπει να σταθούν εμπόδιο στην ολοκλήρωση του νέου οδικού άξονα αλλά αντίθετα να αποτελέσουν ευκαιρία προβολής του, όχι μόνο σε επίπεδο πολιτιστικής κληρονομίας αλλά και αρμονικής ένταξης των αρχαιοτήτων δίπλα σε ένα σύγχρονο έργο.

Ανάλογη θα πρέπει να είναι και η αντιμετώπιση άλλων αρχαιολογικών χώρων. Να λειτουργήσει ένα ολοκληρωμένο business plan ανάδειξης και αξιοποίησης, ξεκινώντας από τη φύλαξη όσων χρειάζεται, κατασκευάζοντας σύγχρονες υποδομές και επενδύοντας σε νέες μορφές τουρισμού, όπως ο «ανασκαφικός τουρισμός». Προσφέροντας δηλαδή στον επισκέπτη, εκτός από τα συνηθισμένα – καφέ, εστιατόρια, σουβενίρ-  τη δυνατότητα να ξεναγείται στους χώρους μέσω ευρείας χρήσης εφαρμογών στο τηλέφωνο ή στο tablet του· τη δυνατότητα να παρακολουθεί από απόσταση το έργο των αρχαιολόγων αλλά και να συμμετέχει σε δραστηριότητες εντός των αρχαιολογικών χώρων. Εφαρμόζοντας στρατηγικές μάρκετινγκ που πείθουν τον επισκέπτη να επιστρέψει και να παρακολουθήσει την εξέλιξη της ανασκαφής και κρατώντας τον ενήμερο για τα ευρήματα ακόμα και όταν επιστρέψει στη χώρα του. Μια τέτοια πρωτοβουλία έγινε  τον Αύγουστο στα Αντικύθηρα, όμως ούτε προβλήθηκε ούτε στηρίχθηκε όσο θα έπρεπε· και σε κάθε περίπτωση αποτέλεσε μια αποσπασματική προσπάθεια που απλά είχε καλύτερη τύχη από ό,τι άλλες παρόμοιες, όπως η αντίστοιχη στην αρχαία Μεσσήνη που σταμάτησε μετά από αντιδράσεις βουλευτών.

Ακόμα και αν το κράτος δεν είναι ένα καλός επιχειρηματίας που θα μπορούσε να στηρίξει τέτοιου είδους επενδύσεις, η ιδέα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας που θα απέφερε έσοδα και στα ταμεία του κράτους δε θα πρέπει να απορρίπτεται εκ προοιμίου.

Αυτή η καινοτόμος αντιμετώπιση της ιστορίας, είναι ένα τμήμα μόνο της γενικότερης επένδυσης που πρέπει να γίνει στην παιδεία και την έρευνα. Πόσα θα θα μπορούσε να προσφέρει το ελληνικό πανεπιστήμιο αν ήταν απελευθερωμένο από την κρατική του εξάρτηση και χρηματοδότηση, την κομματοκρατία και το νεποτισμό· αν διέθετε πόρους για έρευνα, αν είχε καλύτερες υποδομές, αν το πρόγραμμα σπουδών εφαρμοζόταν με συνέπεια και χωρίς πολύμηνες παύσεις των διδακτικών δραστηριοτήτων, αν αποτελούσε ενεργό κρίκο της παγκόσμιας κοινωνίας προσελκύοντας επιστήμονες από όλο τον κόσμο, ενισχύοντας την εξωστρέφειά του και επιδιώκοντας διεθνείς συνεργασίες;

Οι δυνατότητες μιας τέτοιας επένδυσης, τεράστιες. Όχι μόνο λόγω της μακροχρόνιας απόδοσης, όχι μόνο γιατί θα έδινε νέο προσανατολισμό για πραγματική ανάπτυξη, αλλά γιατί μια τέτοια επένδυση μπορεί να συνδέσει παρελθόν-παρόν-μέλλον. Η σύνδεσή της με την ιστορία είναι ένα μόνο πεδίο εφαρμογής. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα γινόταν εφικτή η ομαλότερη ένταξη των αρχαιοτήτων στα σύγχρονα έργα υποδομής, η έγκαιρη ολοκλήρωσή τους ώστε η χώρα να αποκτήσει τις απαιτούμενες υποδομές, η δημιουργία καινοτόμων συστημάτων και εφαρμογών που θα χρησιμοποιούνται και στην προβολή του τόπου. Η σύνταξη ενός ολοκληρωμένου και εφικτού σχεδίου ανάδειξης της χώρας, αλλά και η συνεπής εφαρμογή του, δε φαντάζει στόχος ακατόρθωτος υπό τέτοιες συνθήκες.

Η δημιουργία ενός νέου, εξελισσόμενου και πολύπλευρου brand name για τη χώρα  θα πρέπει να στηρίζεται σε αυτούς τους πυλώνες. Μόνο έτσι θα μπορέσει να σταθεί η αναγεννημένη Ελλάδα στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον και να αποφέρει τα προσδοκόμενα πολλαπλά οφέλη.

*Η Λίνα Μάσσου είναι Yποψήφια Διδάκτωρ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, συνεργάτης του LSE στο Λονδίνο και μέλος της Δυναμικής Ελλάδας.

Πηγή: metarithmisi.gr

 

Ποιά είναι (παραπάνω πληροφορίες)

Η Λίνα Μάσσου είναι απόφοιτος της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και
Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (Ε.Μ.Π.), έχει
αποκτήσει από το ίδιο Ίδρυμα μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στις
Εφαρμοσμένες Μαθηματικές Επιστήμες με εξειδίκευση στη Στατιστική και
σήμερα είναι Υποψήφια Διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών
και Πολιτικών Επιστημών με αντικείμενο την Εφαρμοσμένη Στατιστική σε
Κοινωνικές Επιστήμες. Από το 2008 δραστηριοποιείται ως σύμβουλος
παροχής υπηρεσιών σε ερευνητικούς φορείς και πανεπιστήμια. Έχει
συμμετάσχει σε πολλές έρευνες, είναι μέλος Ελληνικών και διεθνών
επιστημονικών κοινοτήτων και κριτής άρθρων (reviewer) σε διεθνή
επιστημονικά περιοδικά. Έχει συμμετάσχει ακόμα σε ανακοινώσεις
επιστημονικών εργασιών σε συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και
άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά.

Posted in Iστορία, Ελλάδα | Tagged , , , , ,

Όταν οι λέξεις αλλάζουν νόημα…

Toυ Μιχάλη Κυριακίδη*

 

«Και νόμισαν πως είχαν το δικαίωμα ν’ αλλάξουν και τη συνηθισμένη ανταπόκριση των λέξεων προς τα πράγματα, για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους.» Θουκυδίδης

Θυμήθηκα τη ρήση αυτή του Θουκυδίδη, όταν ολοκληρώθηκε η τριήμερη συζήτηση στη Βουλή για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Μια συζήτηση που έγινε μετά από πέντε χρόνια οδυνηρής για τον λαό οικονομικής κρίσης και την ώρα που όλοι οι διεθνείς και εγχώριοι παρατηρητές, διαπιστώνουν πως η χώρα μπήκε σε μια πορεία εξόδου.

Ωστόσο, τίποτε στην τριήμερη συζήτηση δεν θύμιζε κάτι τέτοιο, καθώς η πλήρης επικράτηση του λαϊκισμού, οδήγησε Σαμαρά και Τσίπρα να αλλάζουν στην κυριολεξία τις έννοιες των λέξεων, απευθυνόμενοι στο κοινό τους, όχι λέγοντας αλήθειες, αλλά ωραία ψέματα που χάιδευαν τʼ αυτιά. Εξάλλου, γνώριζαν πως το κοινό τους ήξερε πως έλεγαν ψέματα, αλλά όντας εθισμένο, τα προτιμούσε, αντί να ακούει ενοχλητικές και δυσάρεστες αλήθειες.

«Τον αδιάκοπα έξαλλο κατήγορο τον θεωρούσαν πάντα αξιόπιστο, όποιον όμως του αντιμιλούσε, τον υποψιάζονταν για προδοσία. Κι αν έκανε κανείς ραδιουργίες και πετύχαινε, τον είχαν για έξυπνο, κι όποιος υποψιαζόταν και ξεσκέπαζε έγκαιρα τα σχέδια του άλλου, ήταν ακόμα πιο καπάτσος», αναφέρει ο Θουκυδίδης, ως σύγχρονος κοινοβουλευτικός συντάκτης στο «ρεπορτάζ» του.

Είναι  χαρακτηριστικό πως το εξαιρετικό αυτό κείμενο του Θουκυδίδη, γράφτηκε για τον εμφύλιο της Κέρκυρας μεταξύ ολιγαρχικών και δημοκρατικών και τις εκεί βαρβαρότητες, γεγονός που υπήρξε και η αφορμή του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ωστόσο παραμένει δραματικά επίκαιρο στις ημέρες μας, κυρίως για τη συμπεριφορά των πολιτικών και τα επιχειρήματά τους στις αντιπαραθέσεις, αλλάζοντας τις έννοιες των λέξεων, αλλά και την ψυχολογία των μαζών.

Ο Αντώνης Σαμαράς, γνωρίζει πως η βεβιασμένη έξοδος από το μνημόνιο είναι αποκοτιά που μπορεί να μας οδηγήσει ξανά στην αφετηρία της κρίσης… Τον προειδοποιούν, εξάλλου, και οι διεθνείς πιστωτές μας και εταίροι.  Πιεσμένος όμως από τον λαϊκισμό τού ΣΥΡΙΖΑ και θέλοντας να πείσει πως είναι περισσότερο «αντιμνημονιακός» από τον αντίπαλό του, Α. Τσίπρα, ανακοινώνει το τέλος των μνημονίων και πιέζει τους πιστωτές να δεχθούν το τέλος της μνημονιακής σύμβασης, αποποιούμενος ακόμη και την τελευταία δόση από το ΔΝΤ.

Από την άλλη, ο Αλέξης Τσίπρας, ενώ υπονομεύει συστηματικά τις όποιες προσπάθειες της χώρας για έξοδο, ενώ υπονομεύει την όποια συναίνεση στο εσωτερικό της χώρας, ενώ κατηγορεί την κυβέρνηση για δημιουργία προεκλογικού κλίματος με αφορμή την εκλογή προέδρου της Δημοκρατίας, στο οποίο ο ίδιος πρωτοστατεί, μιλά για συναίνεση αφού προηγηθούν εκλογές. Και γνωρίζει, βέβαια, πως ούτε τότε θα υπάρξει συναίνεση… Υπόσχεται επίσης τα πάντα στους πάντες, ενώ γνωρίζει πως οι υποσχέσεις αυτές δεν πρόκειται να υλοποιηθούν.

Σημειώνει εύστοχα στο «ρεπορτάζ» του ο Θουκυδίδης «…Οι αρχηγοί των κομμάτων, στις διάφορες πολιτείες, πρόβαλλαν ωραία συνθήματα. Ισότητα των πολιτών από την μία μεριά, σωφροσύνη της αριστοκρατικής διοίκησης από την άλλη. Προσποιούνταν έτσι ότι υπηρετούν την πολιτεία, ενώ πραγματικά ήθελαν να ικανοποιήσουν προσωπικά συμφέροντα και αγωνίζονταν με κάθε τρόπο να νικήσουν τους αντιπάλους τους. …Τις περισσότερες φορές επικρατούσαν οι διανοητικά κατώτεροι.»

Η αντιπαλότητα, η μόνιμη και διαρκής αντιπαράθεση, οι μεγάλες κουβέντες και οι απίθανες υποσχέσεις που δεν πρόκειται να υλοποιηθούν, επαναλαμβάνονται από περίοδο σε περίοδο. Και γίνονται πιστευτές. Μια ανίατη κοινωνική αμνησία οδηγεί τον λαό να ξεχνά πολύ γρήγορα και να αναζητά τα παχιά λόγια και τα ψέματα που χαϊδεύουν τʼ αυτιά. Να λοιδορεί και να αποπέμπει αυτούς που λένε αλήθειες οι οποίες ενοχλούν, καθώς και αυτούς που μιλούν για συναίνεση για το κοινό καλό.

Θαρρεί κανείς πως γράφτηκε σήμερα η παρακάτω επισήμανση του Θουκυδίδη:  «Έτσι η αστόχαστη αποκοτιά θεωρήθηκε παλικαριά γι’ αγάπη των συντρόφων, ο δισταγμός από πρόνοια για το μέλλον, δειλία που προβάλλει ενάρετες δικαιολογίες, η γνωστική μετριοπάθεια ως πρόφαση ανανδρίας, και η ικανότητα να βλέπει κανείς όλες τις πλευρές μιας κατάστασης, ανικανότητα να δράσει…».

*Ο Μιχάλης Κυριακίδης είναι δημοσιογράφος, Δ/ντής Σύνταξης της «Μεταρρύθμισης»

Πηγή: metarithmisi.gr

Posted in Ελλάδα, Πολιτική | Tagged , , , , ,

Ο Καστοριάδης και η Ελλάδα που βιώνει ένα νέο 1922…

Συνέντευξη του Δημήτρη Ελέα στον Αλφόνσο Βιτάλη

Cornelius CASTORIADIS - philosopher and psychoanalyst

Cornelius CASTORIADIS – philosopher and psychoanalyst

 

Αλφόνσος Βιτάλης (ΑΒ): Πες μας με συντομία πώς γνώρισες τον Καστοριάδη;

Δημήτρης Ελέας (ΔΕ): Από τα 16 περίπου άρχισα να διαβάζω Καστοριάδη. Οι εφημερίδες Τα Νέα, Το Βήμα, Ελευθεροτυπία μετέφραζαν συνεντεύξεις και δημοσίευαν κείμενα και αγόραζα βιβλία του. Του έστειλα ένα γράμμα στο Παρίσι στο οποίο και απάντησε –μιλάμε για το 1992– και αργότερα πήγα μαζί με ένα φιλικό ζευγάρι και τον συνάντησα, το 1996. Όταν του έγραψα για πρώτη φορά ήμουν μόλις δεκαοχτώ και κάτι. Και ο Καστοριάδης που ασκούσε τότε την ψυχανάλυση μου απάντησε. Κάτι που δείχνει και το μέγεθος του ανδρός.

ΑΒ: Τι σημαίνει για σένα γενικά ο Καστοριάδης; Είναι στη μόδα τώρα ειδικά στην Ελλάδα, έτσι δεν είναι;

ΔΕ: O Κορνήλιος Καστοριάδης είναι ένας μεγάλος Ελληνικός νους, όπως είναι ο Αριστοτέλης, ο Δημόκριτος, η Σαπφώ… Συνάμα είναι ένας εγκυκλοπαιδικός στοχαστής. Είναι στη μόδα γιατί είναι μοναδικός και όταν τον διαβάζεις σε κερδίζει με το μοναδικό τρόπο που υφαίνει τα νοήματα μαζί με εικόνες και αφορισμούς. Στη γραφή του υπάρχει και χιούμορ. Οι Έλληνες σήμερα, αγαπώντας τον Καστοριάδη, ουσιαστικά αγαπάνε την Ελλάδα, την αρχαία Ελλάδα που μας υπηρετεί ακόμη, αυτό βλέπουμε άλλωστε και στον Τύμβο Καστά στην Αμφίπολη! Ο ίδιος έκανε πολλές ανατροπές, προέβλεψε σωστά, δικαιώθηκε έστω και καθυστερημένα. Δεν νομίζω πως άλλοι σημερινοί φιλόσοφοι, εν Ελλάδι κυρίως, μπορούν να συγκριθούν μαζί του…

ΑΒ: Ο Καστοριάδης είναι μια σφαίρα παραπάνω…

ΔΕ:  Ναι, χωρίς καμία αμφιβολία είναι μια σφαίρα παραπάνω, είναι ένα παγκόσμιο μέγεθος, είναι ένας οικουμενικός άνθρωπος των γραμμάτων. Φλέβα χρυσού το έργο του…

ΑΒ: Πώς θα περιέγραφες με λίγα λόγια το βιβλίο σου Ιδιωτικός Κορνήλιος: Προσωπική Μαρτυρία για τον Καστοριάδη, που ταυτόχρονα έχει και έναν μοναδικά όμορφο τίτλο;

ΔΕ: Το βιβλίο είναι όλη αυτή η περιπέτεια των επαφών μαζί του. Έχει ωραίο τίτλο; Δεν ξέρω, αλλά άρεσε πάντως και στον Δημοσθένη Δαββέτα που έγραψε και μία μικρή εισαγωγή. Και επίσης να πω, ότι το προλογίζει ο Γιώργος Η. Ηλιόπουλος. Το βιβλίο φωτίζει τον άνθρωπο Καστοριάδη, την «επιρροή σε εμένα», αλλά και «εμμέσως πλην σαφώς» τις σημαντικές του ιδέες, που σαν σπέρματα ήδη βρίσκονται σε όλα τα σημαντικά πανεπιστήμια του κόσμου. Στην Αυστραλία π.χ. η Suzi Adams ασχολείται με το έργο του εδώ και χρόνια.

ΑΒ: Την κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα πώς την βλέπεις, εσύ ειδικά που γύρισες από έξω το 2012 μέσα στην περίοδο της κρίσης;

ΔΕ: Δυστυχώς, όσο και αν προσπαθεί η κυβέρνηση να τονώσει το ηθικό με δηλώσεις και εξαγγελίες, η κατάσταση είναι τραγική. Η μισή Ελλάδα πεινάει και πολλοί βλέπουν την φοροεπιδρομή στην ακίνητη περιουσία να μην τελειώνει. Τόσοι και τόσοι άνθρωποι, βλέπουν τον κόπο μιας τίμιας ζωής να αρπάζεται από το κράτος. Οι πολιτικοί δεν έχουν βάλει χέρι στα 600 δις ευρώ που έχουν κλαπεί με πληθώρα τρόπων και κυρίως βρίσκονται στο εξωτερικό, σύμφωνα και με το Der Spiegel. Χτυπάνε τους φτωχούς και δίνουν συγχωροχάρτι σε πάμπλουτους γκάνγκστερ που πλούτισαν εν μία νυκτί. Γιατί μια κοινωνία χρειάζεται πλούσιους με ήθος και αξίες όπως ο Μουζάκης των Κλωστών Πεταλούδα, όπως ο Καρέλιας, ο Θεοχαράκης, αλλά όχι γκάνγκστερ πλούσιους.

ΑΒ: Για τους πολιτικούς τι θα έλεγες, γνωρίζοντας ότι ο Καστοριάδης τους στόλιζε για τα καλά. Εσύ πώς θα τους «ζωγράφιζες» αν σου έδιναν χρώματα;

ΔΕ: Να φύγουν από τη χώρα και να πάνε μετανάστες στη Γερμανία. Οι Έλληνες θα τα καταφέρουμε χωρίς τους «έμπειρους» πολιτικούς. Χρειάζονται σαραντάρηδες όπως ο Τσίπρας… Το πρόβλημα βέβαια, ξεκινάει από τα βουλευτικά γραφεία.  Δεν θα έπρεπε ένα βουλευτικό γραφείο το οποίο πληρώνεται από το κράτος, να είναι  χώρος γνώσης; Εσείς τι λέτε; Ε λοιπόν, αντί για χώρος γνώσης, είναι χώρος γεμάτος κόλακες και διαπλοκή. Κάνουν οι διάφοροι σύμβουλοι μασάζ στον πολιτικό και αυτός δεν παίρνει χαμπάρι. Ελάχιστες οι εξαιρέσεις σε πολιτικούς ή σε συμβούλους! Θα τους ζωγράφιζα με σκούρα χρώματα. Οι πολιτικοί μου θυμίζουν τον Μπρεχτ, που έραβε κοστούμια σε ακριβούς ράφτες που τον έκαναν να δείχνει φτωχός φουκαράκος…  Οι  πολίτες από την άλλη, βρίζουν τους παλιότερος πολιτικούς και εντελώς επιπόλαια και ασυνάρτητα βγάζουν πρώτα σε σταυρούς τα παιδιά τους. Αδυνατώ να το καταλάβω αυτό!

ΑΒ: Εσύ γιατί δεν «κατεβαίνεις» για βουλευτής;

 ΔΕ: Κοιτάξτε, είναι νωρίς ακόμη και, «κατεβαίνοντας» όπως λέτε για βουλευτής στις τωρινές συνθήκες χάνεις κάθε αξιοπιστία και κερδίζεις μόνο δυσπιστία από την κοινωνία. Ίσως αργότερα κάποια στιγμή, ίσως και ποτέ.

ΑΒ: Σε ένα άρθρο σου στο Βήμα, «έριξες μια μαχαιριά στους διανοούμενους». Γιατί το έκανες αυτό; Πώς θα ήθελες εσύ τους διανοούμενους σήμερα;

ΔΕ: Οι διανοούμενοι δυστυχώς θα έλεγε και ο Καστοριάδης με τον δικό του μοναδικό τρόπο «έχουν σηκώσει τα χέρια ψηλά», εμείς τώρα μάλλον θα προσθέταμε ότι «έχουν και τα παντελόνια κάτω». Το αφεντικό είναι οι τράπεζες και οι διανοούμενοι πλέον βοηθούν τις τράπεζες και την elite του 3%. Οι διανοούμενοι δεν εκπληρώνουν τον ρόλο τους, έχουν πάψει να είναι ακτιβιστές και αντ’ αυτού θα μπουν στη Βουλή και θα «εντυπωσιάζουν» με χυδαιότητα. Δεν μιλάνε για την μισή Ελλάδα που πραγματικά πεινάει, παγώνει, κλαίει σιγανά και βιώνει ένα νέο 1922, δεν μιλάνε για πολλά… Και όχι μόνο έχουν τα παντελόνια κάτω, δεν τα ανεβάζουν και ποτέ.

ΑΒ: Γιατί η αριστερά δεν πείθει, τι φταίει ακριβώς; Εσύ είσαι αριστερός και αν ναι, γιατί;

ΔΕ: Δεν πείθει η αριστερά γιατί ταυτίστηκε με την σοσιαλδημοκρατία, η οποία με την σειρά της ταυτίστηκε με τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου. Από το ’68 και μετά σιγά-σιγά η αριστερά όπου αναλαμβάνει την εξουσία μετατρέπεται σε νευρωτικό διαχειριστή του συστήματος. Αλλά λέει, άλλα πράττει, ξεθωριάζει, οι «αριστεροί πολιτικοί» πλουτίζουν ύποπτα, συμπεριφέρονται αλαζονικά και ξεχνάνε τον λαό, ευφραινόμενοι μετά άφθονης σαμπάνιας, μπράντυ και πούρων…

ΑΒ: Tην αριστερά πρέπει κάπως να τη δούμε μέσα από το ερώτημα του χρόνου…

ΔΕ: Βεβαίως, συμφωνώ μαζί σας! Και η αριστερά είναι διαχρονική και θα μείνει για αιώνες. Σιγά-σιγά, τα μεγάλα οικολογικά προβλήματα με τα οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι και οι μεγάλες κοινωνικές αδικίες που γεννάει καθημερινά ο καπιταλισμός θα ξαναδώσουν στην αριστερά την χαμένη της αίγλη. Σε μεγάλες μητροπόλεις, αν δεν βελτιωθεί δραστικά η εισοδηματική ανισότητα θα έχουμε απρόβλεπτα city riots. Ήδη είχαμε μερικά δείγματα –για διάφορους επιμέρους λόγους το καθένα– στο Παρίσι το 2005, στην Αγγλία το 2011, στην Αθήνα το 2012 με τις 45 φωτιές, στη Βραζιλία και Τουρκία το 2013 και στο Φέργκιουσον των ΗΠΑ πρόσφατα. Έτσι, δεν μπορώ παρά να είμαι με τους φτωχούς, τους καταφρονημένους και αριστερός…

ΑΒ: Η διαδικασία της συγγραφής ενός βιβλίου για εσένα κρατάει χρόνια;

ΔΕ: Αυτή η ερώτηση μου αρέσει. Γιατί όμως; Ο Όργουελ μας λέει ότι έγραψε τη Φάρμα των Ζώων σε τέσσερεις μήνες, αλλά για να φτάσει ώς τη συγγραφή πηγαίνει το 1936 να πολεμήσει στο πλευρό των Δημοκρατικών στον ισπανικό εμφύλιο, εκεί η ζωή του κινδυνεύει από τους σταλινικούς, αναγκάζεται να εγκαταλείψει και έτσι γεννιέται το δίκαιο μίσος του για τον σταλινισμό. Άρα, το 1945 που εκδόθηκε το βιβλίο παρουσιάζει την προδοσία της Οκτωβριανής Επανάστασης από τον Στάλιν. Του πήρε λοιπόν πολλά χρόνια. Στην ταπεινή μου περίπτωση, έγραφα λίγο και έσκιζα πολύ για το «παζλικό» μυθιστόρημα Εκκεντρικές Σημειώσεις για περίπου 15 χρόνια. Η συγγραφή κρατάει πολύ και έτσι μέσα στο βιβλίο περνάει και παραπάνω ωριμότητα, γνώση και εμπειρία από το τσαλάκωμα του βίου…

ΑΒ: Για τους Έλληνες συγγραφείς και ποιητές τι θα έλεγες;

ΔΕ: Καλύτερα να μην έλεγα τίποτα, γιατί αν πω, κάποιοι θα δεν θα ήθελαν να ακούσουν. Να σταματήσουν να γράφουν για δέκα χρόνια και να κάνουν καμιά επίσκεψη στον Σαίξπηρ, τον Θουκυδίδη, τον Σοφοκλή και να διαβάσουν πολλά βιβλία. Θα ωφεληθούν πολύ κάνοντας παύση, τόσο οι ίδιοι όσο και οι εκδότες. Και βέβαια εννοώ και τους λίγους γνωστούς συγγραφείς σε κάποιο μικρό κομμάτι των Βαλκανίων που έχουν γράψει 25 βιβλία σε 15 χρόνια. Αυτοί οι κύριοι κάνουν κακό και στις λίγες φωνές που αξίζει να ακουστούν. Όλοι οι σημαντικοί συγγραφείς είχαν και βαρβάτα βιώματα: o Ντοστογιέφσκι «κατέβηκε στην κόλαση» μέσω του καζίνο, ο Χέμινγουεϊ υπήρξε πολεμικός ανταποκριτής, ο Όργουελ καθαριστής σε Παρισινό εστιατόριο, ο Ζενέ μπήκε στη φυλακή, ο Γκρόσμαν στην Treblinka… Οι σημερινοί Έλληνες συγγραφείς τι βιώματα έχουν; Βιώματα γραφείου; Ας μου επιτραπεί να πω, μεγαλύτερο ενδιαφέρον, φινέτσα, υπάρχει στα τραγούδια Γυφτοπούλα στο χαμάμ και στο Βρέχει φωτιά στη στράτα μου, παρά στα βιβλία που γράφουν. Και επίσης να διαβάσουν Φρόιντ. Φαντάζομαι ειδικά τον Φρόιντ τον έχουν αφημένο για την επόμενη ζωή. Και για αυτό μέσα στο σινάφι υπάρχουν βουνά φθόνου. Και γενικά η Ελλάδα, όπως λέει και ο καθηγητής Κ.Π. Αναγνωστόπουλος «είναι η χώρα του φθόνου»… Για τους ποιητές, μετά από αυτό που είπε ο Αντόρνο –ότι δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει ποίηση μετά το Άουσβιτς– θα πω ότι δεν θα συνέλθουν εύκολα. Αλλά να τονίσω, ότι στους ποιητές δεν υπάρχει αυτή η ποσότητα που αντικρίζεις στους συγγραφείς και ίσως για αυτό θα τους έβγαζα το καπέλο πιο εύκολα και με σεβασμό…

ΑΒ: Ένα βιβλίο για εσένα που ξεχώρισε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα;

ΔΕ: Ένα βιβλίο; Καλύτερα να πω μερικά βιβλία… Ξεχώρισε πρώτα και πάνω από όλα Η Εβραία Νύφη του Νίκου Δαββέτα, το Logicomix των Δοξιάδη και Παπαδημητρίου, το Αγκριτζέντο του Κώστα Χατζηαντωνίου. Παλιότερα ξεχώρισε Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας.

ΑΒ: Τώρα τι άλλο γράφεις εσύ;

ΔΕ: Στην χώρα του φθόνου μήπως είναι καλύτερα να σιωπήσω για το επόμενο βιβλίο; Διαδραματίζεται στην Πολωνία, έχει σχέση με το Ολοκαύτωμα και περπάταγα στα χιόνια για μέρες και παραλίγο να πάθω πνευμονία, περπάταγα και έγραφα. Όταν καλυτέρεψε ο καιρός, συνέχισα, έπινα νερό από τα ποτάμια και πολλές φορές δεν έτρωγα καλά για μέρες… Έτσι γράφω, ζω το γράψιμο, διότι «η φαντασία δεν μετράει και πολύ» μπροστά στο βίωμα και τη μαρτυρία.  Το γράφω στα αγγλικά και ο τίτλος του είναι «The Black Birds of Warsaw» («Τα Μαύρα Πουλιά της Βαρσοβίας»). Και μαζί με τον Γιώργο Η. Ηλιόπουλο γράφουμε ένα εκτενές δοκίμιο πάνω στον καπιταλισμό από τον Μαρξ μέχρι την πτώση της Lehman Brothers. Αυτά και, πριν κλείσει το μαγνητόφωνο, να πω ότι σας ευχαριστώ θερμά και σας είμαι ευγνώμων…

*O Δημήτρης Ελέας είναι συγγραφέας και ακτιβιστής (dimitris.eleas@gmail.com). Τελευταίο βιβλίο του Ιδιωτικός Κορνήλιος: Προσωπική Mαρτυρία για τον Καστοριάδη (2014).

*O Αλφόνσος Βιτάλης είναι δημοσιογράφος της κρατικής Nέας Ελληνικής Ραδιοφωνίας, Ίντερνετ και Τηλεόρασης (ΝΕΡΙΤ) και του new-Deal.gr

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Ελέα

Posted in Ελλάδα, βιβλίο & βιβλια, Kορνήλιος Kαστοριάδης | Tagged , , , , , ,

TEN THINGS TO NEVER SAY TO A WRITER…

By Chuck Wendig *

“YOU KNOW, I WANNA WRITE A BOOK SOMEDAY.”

They say this to you with this wistful gleam in their eye, as if writing is just a hobby, like it’s just some distant silliness that they’ll get to when they manage to win the lottery. A worse (the worst, even) version of this is: I have a book in me.

Your response: “I don’t come down to your job and tell you, ‘I wanna be a janitor someday.’ You have a book in you? Well, you better do what I did, which is take a long hard squat in front of a computer or a notebook and force that story out, because that’s the only way this thing gets written. I don’t just have one book in me. I have hundreds. I have thousands. I am large, I contain multitudes. Whole libraries where every book has my name on its spine, motherfucker. Don’t write a book someday, write a book today. That’s what I did.”

Then, drop the mic. Right on their foot.

 

“GOSH, I WISH I HAD TIME TO WRITE.”

Here, the person offers a little elbow-elbow poke-poke-poke suggestion that writing is this little side table, this luxury of the wealthy or perennially lazy. The translation is: “Oh, sorry, I have a lot more important things to do, but when I get some free time, I’m sure I’ll write a book or maybe take up decoupage. Could be I can catch up on some of my favorite shows, too, while I’m doing nothing else at all in any way important.”

Your response: “You do have the time to write. You have 24 hours in your day and I have 24 hours in my day. Oh, what’s that? You have a job and kids and important things to do? Yeah, because nobody else has those — that’s just you, holding up the American economy and the nuclear family single-handedly. Hey! Guess what? Everybody has shit to do. Kids, dogs, jobs, second jobs, flower beds to weed, checks to write, groceries, Facebook, porn, cooking, cleaning, sleeping, fucking. We’re all living life one minute at a time. It’s not that you don’t have time to write. It’s that you do not consider it important enough to give it time. But I do. I carve little bits of meat and skin off the day’s flesh and I use every part of the animal. I use the time I take to write. Fifteen minutes here. A half-hour there. A lunch break. That’s how shit gets written.”

Then, whack ‘em in the forehead with a calculator watch. Bop.

 

“HEY! YOU CAN WRITE MY IDEA.”

Because your ideas are dumb and this person’s ideas are great! They’re the architect. You’re the builder. You can be the diligent wordmonkey, and they can be the idea factory — and together, you can form a New York Times bestselling super-team!

Your response: “Hey, can I also chew your food for you? Maybe you’ll let me defecate your poop, too. I love to work other people’s jobs. You’re the boss. I’m basically just a transcriptionist — a stenographer for your brilliance. Or, or, maybe I have a whole head full of my own ideas, and if you want someone to write yours, then here’s a weird fucker of an idea: move those wriggling little sausage links you call ‘fingers’ and put your unmitigated genius on paper your-own-damn-self.”

Then, press a pen into their hand and trap said pen into said hand with an entire roll of duct tape.

 

“YOU SHOULD WRITE MY LIFE STORY.”

Sometimes this comes from a noble place, sometimes it comes from a gravely Narcissistic one. But the point is, these people feel they have lived a life not just worth living, but worth everybody else reading about. Of course, it’s almost never true. It’s never, “I shot Hitler on the deck of the sinking Titanic.” It’s not, “Here’s how I saved an orphanage from a pack of sentient cyborg dingos during a four-week trip across the Australian Outback.” Sometimes it’s “I worked hard and accomplished things and raised a family on minimum wage.” And trust me — that’s great. Amazing, and you should be proud and everyone should be proud of you. But unless you also saved your family from a Terminator, it’s probably not the stuff of a stellar biography. Worse is when it’s just some upper-middle-class shit who thinks they have something vital to share regarding shopping habits or diversified investments or Beverly Hills real estate.

Your response: “Oooh, bad news. I would. I would! But the Authorial Council won’t let me write your life story until your life has effectively ended. For your story to live, you must die.”

Then, kill them. As they gurgle their last breath, whisper at them, “I don’t make the rules.”

 

“I DON’T READ.”

Never, ever, ever tell a writer this. Just don’t do it. Don’t tell an architect you don’t enter buildings. Don’t tell an arborist, “I totally hate trees. And nature in general. When I see trees, I cut them down just so I don’t have to look at their dumb tree faces and their stupid asshole branches anymore.” I mean, really, you don’t read? It’s just — whhh — what is wrong with you?

Your response: “You should start, because reading is fucking fundamental.”

Then, hand them your favorite book. Taser them until they read it all the way through.

 

“YOU MUST BE RICH.”

Ha ha ha ha. Ha. Hahaha. … aaaahh hahaha.

Your response: *laugh so hard you barf*

Alternate response: “Yes, I am wealthy as fuck. Which is why I look like a feral hobo that just wandered in from the woods. It takes a lot of money to look this bewildered and disheveled. I don’t wear pants because pants cost too little. No pants are worthy enough when it comes to containing the valuable gemstones that I have pube-dazzled into and onto my genital region. Seriously, do you want to see my crotch emeralds? You heard me. Author money is awesome.”

Then, steal their wallet.

 

“HAS YOUR BOOK BEEN MADE INTO A MOVIE YET?”

For some reason, some portion of the population will always associate creative legitimacy with CAN I WATCH THIS ON MY TELEVISION AT SOME POINT? If it’s not on a screen with Tom Cruise acting in it, it basically doesn’t ping their radar. The suggestion here being that books are basically just food pellets that go into the giant trundling hamster that controls all of Hollywood. “FEED TEDDY HOLLYWOOD MORE BOOKS. THE BEAST HAS REJECTED THIS TOME AND THUS IT IS NOT WORTHY. THRUST IT INTO THE SEPTIC TANK WHERE IT BELONGS FOR IT CONTAINS NO ENTERTAINMENT TO NOURISH AMERICAN MINDS.”

Your response: “Yes, it has. Have you heard of a little movie called: The Avengers?”

Then, hit them in the crotchbasket with Thor’s Mjolnir. Film it on your iPhone.

 

“WILL YOU READ MY NOVEL?”

This is an honest outreach by an author who desperately needs someone to read his novel. It’s not meant to be malicious. Writers are addle-headed, desperate creatures and we want to find community and understanding and acceptance and some sense of if this thing we spent a lot of time writing is worth the ink cartridge we used to print it. (Hint: probably not. Ink cartridges cost more than most novel advances, I think.) Just the same: yeah, no, sorry, not today.

Your response: “I apologize, I do, but no, I will not read your fucking novel. I understand why you want me to, and I appreciate you coming to me with it. But reading your novel also means critiquing your novel and that would take time away from my own work. I’m a writer, not an editor, and specifically not your editor and frankly, who’s to say that anything I’d offer you would be worth a good goddamn anyway? Plus there are legal issues if I read your novel and it ends up being somehow close to something I wrote or want to write in the future and — it’s just a Bitey Ewok of a situation. But you should be really proud of yourself for writing a novel, and you should definitely go hire an editor or join a smart and compassionate critique group or find an online beta reader. I, sadly, am not your huckleberry.”

Then, shake their hand. Give ‘em a hug if they’re willing. Because writing a novel — more to the point, finishing a novel — is hard business and they fought the Word War and deserve big-ups.

 

“DO YOU KNOW STEPHEN KING?”

*sigh*

Your response: “Yep! We’re in a couple cooking classes together. Man, that guy makes one helluva goulash. Or should I say, ghoulash, ha ha ha, like, ghoul? G-H-O-U-L? Because he’s a horror writer, get it? Aaaaaanyway. Actually, we do this thing monthly called Orgy Thursdays, where every third Thursday it’s me, Kingy, Gaiman, Danielle Steele, the ghosts of Virginia Woolf and Harold Pinter, and we get together and — you know, it’s not always like, an actual orgy or whatever, sometimes we just go out and hunt humans for sport? But sometimes it’s an orgy. It’s cool. We all know each other. And we can communicate telepathically because we’ve all consumed one another’s blood. Chancellor Atwood of the Authorial Council decrees it must be so.”

Then, bludgeon them with a copy of King’s Insomnia.

 

“WE’RE OUT OF COFFEE.”

Coffee. Or booze. Or tea. Or whatever your writerly drink of choice is. 

Your response: *gnash teeth, wail, begin setting small fires, birth a clot of live screaming squirrels, fire lasers from eyes, hover above the city until you release a telekinetic wave of destruction the likes of which no one has never ever seen before*

Then, kneel down in the wreckage and open your mouth until someone pours coffee into it.

 

BONUS: “WHERE DO YOU GET YOUR IDEAS?”

That tired old question. I get it, because people look at you and think it’s impossible for one brain to contain such weird ideas — ideas interesting and strange enough to commit to paper. Still — understand if you’re gonna ask this that we’ve been asked it approximately 457 times before.

Your response: “The question isn’t, where do you get your ideas.” Then, grab them by the collar, get real close until they can smell your old coffee breath and hiss at them: “The real question is, how do we make them stop?”

Then, punch yourself in the face screaming, “MAKE THEM STOP OH GOD THESE IDEAS WON’T LEAVE ME ALONE I AM JUST AN ANTENNA FOR THE MUSE’S GROTESQUE FREQUENCY.”

 

*Chuck Wendig is a novelist, screenwriter, and game designer. This is his blog. He talks a lot about writing. And food. And the madness of toddlers. He uses lots of naughty language. NSFW. Probably NSFL. Be advised.

 

Posted in βιβλίο & βιβλια, London, Writer, Writing | Tagged , ,

Ο φασισμός επιστρέφει στην Ευρώπη…

…και σκέψεις για τον χαρακτήρα ενός διεθνούς αντιφασιστικού κινήματος

 Tου Δημήτρη Κουσουρή*

 Στο τέλος μιας μακράς περιόδου μετάβασης, που ξεκίνησε πριν από ένα τέταρτο του αιώνα με την πτώση του τείχους του Βερολίνου, μπορούμε σήμερα να διακρίνουμε τα γνωρίσματα της ιστορικής περιόδου, να αποκαταστήσουμε τη διαλεκτική της διάρκειας και να αναγνωρίσουμε τις σχέσεις ανάμεσα στην εποχή, την περίοδο και τη συγκυρία. Η περίοδος που άρχισε το 1989-1990 και παρουσιάστηκε ως το τέλος της Ιστορίας και  μη αναστρέψιμος θρίαμβος του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού έχει πια φτάσει στο τέρμα της. Από το 2001, ή σύμφωνα με άλλους το 2008,  έχουμε βρεθεί μέσα σε ένα από εκείνα τα «ενδιάμεσα διαστήματα», ανάμεσα σε ό,τι δεν υπάρχει πια και ό,τι δεν έχει γίνει ακόμα.[1]

Παρά τη βαθιά κρίση που γνωρίζει ο καπιταλισμός, την αστάθεια του παγκόσμιου συστήματος και των τοπικών ή περιφερειακών δομών κυριαρχίας, το οργανωμένο εργατικό κίνημα και οι άμεσοι ή έμμεσοι πολιτικοί εκφραστές του βρίσκονται διασκορπισμένοι, δίχως κατεύθυνση, ανίκανοι να επιδράσουν αποφασιστικά στον συσχετισμό δυνάμεων. Από την άλλη πλευρά, οι δυνάμεις της αντεπανάστασης,[2] κάτω από διαφορετικά ονόματα και κοστούμια, κερδίζουν ολοένα και πιο γρήγορα έδαφος. Αργά αλλά σταθερά στην αρχή, παρακολουθήσαμε τις πρώτες συμμετοχές νεοφασιστών σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πρώτα το 1994 στην Ιταλία, γενέθλια γη του ιστορικού φασισμού, και έπειτα στην Αυστρία το 2000. Στη συνέχεια, είδαμε αυτή την εξέλιξη να επιταχύνεται, ιδίως από την κρίση του 2008 και μετά, με την εκλογική νίκη του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία, τη ραγδαία άνοδο νεοφασιστικών και νεοναζιστικών οργανώσεων στην καινούργια περιφέρεια της ηπείρου, όπως και στην Ουγγαρία, την Ελλάδα, και πιο πρόσφατα στην Ουκρανία με τη συμμετοχή τους στην προσωρινή κυβέρνηση.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει, εδώ, πως η υπόθεση μιας σχέσης συνάφειας και συνέχειας ανάμεσα στη δημοκρατικά εκλεγμένη, πρώτη κυβέρνηση Μπερλουσκόνι (με τη συμμετοχή Φίνι και Μπόσι), και στους νεοφασίστες και νεοναζί του Svoboda και του PravySektor περιέχει προφανείς αφαιρέσεις και απλουστεύσεις, συνιστώντας ένα αμάλγαμα που παραγνωρίζει ή αποσιωπά τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης. Η αρχική  μου υπόθεσή, ωστόσο, είναι πως συσχετίζοντας ακριβώς την ανάπτυξη όλων αυτών των –εκ πρώτης όψεως– ανόμοιων μεταξύ τους κινημάτων και δυνάμεων, αποκτούμε μια συνολική εικόνα για τον χαρακτήρα της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής. Μέχρι πρόσφατα, η εμμονή πολλών διανοουμένων και αγωνιστών της Αριστεράς στον ιστορικό φασισμό του Μεσοπολέμου και στις εκλεπτυσμένες κατηγοριοποιήσεις των διαφορετικών μορφών και παραλλαγών του υπήρξε χρήσιμη για να θυμόμαστε και να καταλαβαίνουμε τις τραγωδίες και τους ηρωισμούς του περασμένου αιώνα. Ωστόσο, αυτή η εμμονή λειτουργεί πλέον και ως παραμορφωτικός καθρέφτης, προκαλώντας ένα είδος συλλογικής μυωπίας –ή και τύφλωσης– απέναντι στην παράλληλη άνοδο των φασιστικών δυνάμεων σε διαφορετικά μέρη της γηραιάς ηπείρου.

Ασφαλώς, το Εθνικό Μέτωπο δεν γεννήθηκε από τις ίδιες συνθήκες, ούτε στηρίχθηκε στις παραδόσεις που διεκδικούν οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα, το Jobbik στην Ουγγαρία, το κόμμα της Προόδου στη Νορβηγία ή ακόμη το αυστριακό κόμμα της Ελευθερίας.[3] Όμως, είναι επίσης γεγονός πως, «λαϊκιστικές», «ξενοφοβικές», «εθνικιστικές» ή «νεοφασιστικές», οι παραλλαγές της ακροδεξιάς κερδίζουν έδαφος ταυτόχρονα. Η ευθύνη να ονομάσουμε και να αναχαιτίσουμε αυτή την αντιδραστική στροφή, που απειλεί να ενταφιάσει οριστικά τα κοινωνικά και δημοκρατικά κεκτημένα του εργατικού κινήματος, αποτελεί πλέον καθήκον πολύ πιο επείγον από το να την κατατάξουμε σύμφωνα με την τυπολογία του ιστορικού φασισμού.

 

Ο ρατσισμός κερδίζει σταδιακά την Ευρώπη

Ξεκινάω με ένα στιγμιότυπο. 1 Μαρτίου 2014: Στη Ρώμη συγκεντρώνεται μια μικρή «ναζιστική διεθνής» με συμμετοχή της ιταλικής Forza Nuova, της Χρυσής Αυγής, τουBritish National Party και της ισπανικής Democracia Nacional. Κύριο θέμα της συνάντησης, η αλληλεγγύη στην εθνικιστική αντιπολίτευση της Ουκρανίας και τους νεοφασίστες του Svoboda.[4] Παράλληλα, λίγο πιο νότια, η Ευρώπη-φρούριο συνεχίζει να αναπτύσσεται. Τα  κέντρα κράτησης μεταναστών, οι μαζικές δολοφονίες προσφύγων και μεταναστών κατά μήκος των συνόρων της ΕΕ, οι εθνικοί και υπερεθνικοί μηχανισμοί επιτήρησης και καταστολής, οι επιθέσεις σε θεμελιώδη κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα διαμορφώνουν μια πραγματικότητα τόσο πανταχού παρούσα που καταφέρνει να διαφεύγει της προσοχής μας.

Αφού με την πτώση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» απαλλάχθηκαν από την «κόκκινη απειλή», οι δυτικές δημοκρατίες κατάφεραν να ξεφορτωθούν και πολλά από τα κοινωνικά και πολιτικά κεκτημένα που σφράγισαν τη νίκη της αντιφασιστικής συμμαχίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι, στο πολιτικό επίπεδο, οι διαφορετικές εκδοχές του νεοφασισμού ενσωματώθηκαν σταδιακά στο πολιτικό σύστημα όλων σχεδόν των χωρών της ΕΕ.[5] Αν μέχρι πρόσφατα αυτή η διαδικασία ενσωμάτωσης συνοδευόταν από εκστρατείες αποχρωματισμού ή και «εξημέρωσης» των λεγόμενων «δεξιών λαϊκισμών», πλέον, υπό το βάρος των συνεπειών της καπιταλιστικής κρίσης, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν διστάζουν ακόμα και να στηρίξουν ανοιχτά τους νεοναζί της Ουκρανίας, προκειμένου να διεκδικήσουν ζωτικό χώρο διείσδυσης των ευρωπαϊκών και αμερικανικών κεφαλαίων. Αυτή η πρώτη γεωστρατηγική σύγκρουση στα εδάφη της πρώην ΕΣΣΔ σηματοδοτεί το τέλος της καλπάζουσας επέλασης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού προς Ανατολάς. Μετά το 2008, η χρηματοοικονομική κρίση εντείνει την τάση του βορειοαμερικανικού και του ευρωπαϊκού καπιταλισμού να μειώσουν στο μέγιστο το μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος της εργασίας, ούτως ώστε να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους απέναντι στους αναδυόμενους  περιφερειακούς καπιταλισμούς. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που επέτρεψε στον δυτικό καπιταλισμό να βγει κερδισμένος από την κρίση της δεκαετίας του 1970,  δεν μοιάζει πλέον ικανό να αντεπεξέλθει στις πιέσεις της σημερινής κρίσης. Τα υπολείμματα των δημοκρατικών και κοινωνικών κατακτήσεων του εργατικού κινήματος αποτελούν τα τελευταία πραγματικά εμπόδια στο ξέφρενο κυνήγι μεγιστοποίησης του κέρδους.

Μετά από ένα πρώτο κύμα διάδοσης και κανονικοποίησης ξενοφοβικών στερεοτύπων και λογικών, ο ρατσισμός κερδίζει σταδιακά τις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο, εκεί που οι γραφειοκράτες και οι ειδικοί της ΕΕ οργανώνουν «high-tech» τεχνικές επιτήρησης, το νέο σωφρονιστικό σύστημα και τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές. Η ισλαμοφοβία της αμερικανικής κυβέρνησης, ο αντι-Ρομά ρατσισμός του Σαρκοζί ή του Μπερλουσκόνι, τρέφονται από την αντιδραστική, εθνικιστική και ομοφοβική στροφή του Πούτιν κι όλες μαζί αποτυπώνουν την ηγεμονία των αντιδραστικών ιδεών.  Εξάλλου, η πολιτική τακτική των διαφόρων εκδοχών της κυβερνώσας Δεξιάς δεν κρύβεται. Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη που εκπονήθηκε από τις δεξαμενές σκέψης του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, απέναντι στην άνοδο του «ξενοφοβικού και ευρωσκεπτικιστικού λαϊκισμού» η παραδοσιακή ρεπουμπλικανική Δεξιά καλείται να υιοθετήσει κάποιες βασικές διεκδικήσεις της Ακροδεξιάς, σε ζητήματα μετανάστευσης και καταστολής, κατά το πρότυπο του Ν. Σαρκοζί έναντι του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία. Έτσι, οι διαφορετικές εκδοχές της Άκρας Δεξιάς, λαϊκιστικές-δημοκρατικές, νεοφασιστικές ή νεοναζιστικές, λειτουργούν ως μοχλοί πίεσης για την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών και για την ενίσχυση των εθνικών και υπερεθνικών μηχανισμών επιτήρησης και καταστολής. Αυτή η ποικιλομορφία αναδεικνύει τον μάλλον συμπληρωματικό παρά ανταγωνιστικό χαρακτήρα των διαφορετικών συνιστωσών της ευρωπαϊκής Δεξιάς.  Χαρακτηριστική, από την άποψη αυτή, είναι η εμπειρία της προεκλογικής περιόδου στην Ελλάδα την άνοιξη του 2012: μια ανοιχτά ρατσιστική εκστρατεία, ενορχηστρωμένη από τα μεγάλα ΜΜΕ και τα δυο κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) που στιγμάτιζε τις οροθετικές γυναίκες και τους μετανάστες ως «υγειονομική βόμβα» προλείανε το έδαφος για μια εκρηκτική εκλογική άνοδο των νεοναζί.

 

Τα φαντάσματα της εποχής των άκρων επιστρέφουν

Από την ιστορική εμπειρία του 20ού αιώνα γνωρίζουμε πως η καπιταλιστική κυριαρχία εδραιώθηκε με τη χρήση ωμής και απροκάλυπτης βίας

πρώτα στις χώρες της περιφέρειας. Έπειτα, καθώς οι αντιθέσεις οξύνονταν, με τη βοήθεια πολλών μικρών και μεγάλων πολέμων και των πιο εξελιγμένων μορφών διακυβέρνησης, καταστολής και καταστροφής, η βία έφτασε σε πρωτοφανή επίπεδα βαρβαρότητας στο εσωτερικό των ίδιων των ευρωπαϊκών μητροπόλεων. Σήμερα τα φαντάσματα της εποχής των άκρων, του ρήγματος στον πολιτισμό (Zivilisationsbruch)[6] επιστρέφουν.  Από την 11η Σεπτεμβρίου και μετά, οι επεμβάσεις στο Αφγανιστάν, ο δεύτερος πόλεμος του Ιράκ, η διατροφική κρίση του 2007-2008, η εν εξελίξει οικονομική κρίση και οι πόλεμοι στη Γάζα, τη Συρία, την Ουκρανία, περιγράφουν βήμα-βήμα μια ανάλογη εξέλιξη. Απέναντι στα αλλεπάλληλα μεταναστευτικά κύματα που προκάλεσαν οι στρατιωτικές επεμβάσεις του ΝΑΤΟ ή χωρών-μελών του, η ΕΕ δημιούργησε τη Frontex. Ένοπλος βραχίονας μιας Ευρώπης-φρούριου, η Frontex αποτελεί έναν τεράστιο μηχανισμό γραφειοκρατών, εμπειρογνωμόνων και συνοριοφυλάκων με αποστολή να φτιάξουν τείχη, στρατόπεδα κράτησης και πλωτές περιπόλους… Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό κάθε χώρας, κυβερνήσεις και ακροδεξιά κόμματα διεξάγουν συντονισμένες εκστρατείες νομιμοποίησης αυτών των νέων μελανοχιτώνων με ευρωπαϊκή στολή, μιας συνοριακής φρουράς που έχει ήδη, σε λιγότερο από μια δεκαετία, διαπράξει πάνω από 20.000 φόνους.[7] Παράλληλα, κάτω από την πίεση των διαφόρων ακραίων  «λαϊκιστικών» κομμάτων της Δεξιάς, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εφαρμόζουν ρατσιστικά μέτρα ενάντια στους Ρομά, τους αστέγους, τους μετανάστες, ή καλύπτουν τη δράση «ενόπλων πολιτοφυλακών» σαν κι αυτές που επιχείρησαν να νομιμοποιήσουν ο Μπερλουσκόνι και ο Μπόσι στην Ιταλία το 2009, σαν την Ουγγρική Φρουρά του Γιόμπικ, τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής και του κυπριακού της παραρτήματος, του ΕΛΑΜ, ή τέλος τα φονικότερα όλων (βλ. την πυρπόληση του Εργατικού Κέντρου της Οδησσού και μια σειρά άλλων εγκλημάτων), παραστρατιωτικά τάγματα του Δεξιού Τομέα και των άλλων φασιστικών συμμοριών της Ουκρανίας.

Η ηγεσία της ΕΕ δεν διστάζει πλέον να στηρίζει ανοιχτά ακόμα και ναζι-φασιστικές δυνάμεις για να εδραιώσει την κυριαρχία της. Όπως και στην κρίση του Μεσοπολέμου, οι οικονομικές και πολιτικές ολιγαρχίες της γηραιάς ηπείρου ανοίγουν το κουτί της Πανδώρας με τις πλέον αντιδραστικές, αντεπαναστατικές, αντι-διαφωτιστικές, εθνικιστικές, πατριαρχικές παραδόσεις, με την πεποίθηση πως θα συνεχίσουν να διαθέτουν επαρκή μέσα για να τις ελέγχουν και να τις χειραγωγούν.  Η διάλυση των συστημάτων υγείας, τα  εργοτάξια του τρόμου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι δεκάδες εκατομμυρίων ανέργων, μεταναστών και προσφύγων, οι επιχειρήσεις αναχαίτισης των «βαρβαρικών επιδρομών» στη Μεσόγειο ή στους δρόμους των ευρωπαϊκών μητροπόλεων, όλα αυτά μαζί μας δείχνουν πως η αντίδραση των κυβερνήσεων στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες γίνεται ολοένα και πιο βίαιη, ενώ η δράση των φασιστικών συμμοριών και των μηχανισμών καταστολής φτάνει ολοένα και αμεσότερα στη φυσική εξόντωση. Οι 34 νεκροί της 2ης Μαΐου στην Οδησσό, οι δολοφονίες του Κλεμάν Μερίκ στη Γαλλία τον περασμένο Ιούνιο και του Παύλου Φύσσα στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο, μας θυμίζουν πως στο εξής το επίδικο γίνεται η ζωή, η ύπαρξή μας.

Αν προσπαθήσουμε λοιπόν να κατανοήσουμε το παρελθόν ξεκινώντας από τα ερωτήματα που μας θέτει το παρόν, κι όχι αντίστροφα, γίνεται πλέον φανερό πως, είκοσι χρόνια μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο φασισμός επιστρέφει στην Ευρώπη. Δεν ωφελεί πια να συνεχίσουμε να υπεκφεύγουμε αναζητώντας τις αναλογίες ή τις διαφορές με το παρελθόν, αποφεύγοντας τα ερωτήματα και τα επείγοντα καθήκοντα που μας θέτει η εποχή μας. Να σταματήσουμε να ψάχνουμε αν και σε ποιο βαθμό αυτό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας αντιστοιχεί στην ιδέα που έχουμε για τον ιστορικό φασισμό και να αναλάβουμε δράση για την οργάνωση ενός διεθνούς αντιφασιστικού κινήματος, ικανού να αναχαιτίσει τη βίαιη αντιδραστική στροφή πριν να είναι αργά.

 

Πρακτικές προτεραιότητες ενός διεθνούς αντιφασιστικού κινήματος

Σε αυτή την κατεύθυνση, αντί για συμπέρασμα, θα προτείνω κάποιες αφετηριακές θέσεις σχετικά με τον χαρακτήρα και τις πρακτικές προτεραιότητες ενός διεθνούς αντιφασιστικού κινήματος, ως συμβολή σε μια συζήτηση που χρειάζεται να ανοίξει.

  • Γινόμαστε μάρτυρες μιας διαδικασίας εκφασισμού των φιλελεύθερων κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Οι μέρες της «ενιαίας σκέψης» του καπιταλισμού είναι πια μετρημένες, όμως η πρόκληση στη «μεταπολιτική συνθήκη» των ευρωπαϊκών δημοκρατιών έρχεται από το δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος. Αν οι διαφορετικές εκδοχές του ιστορικού φασισμού τροφοδοτήθηκαν από την παρακμή και τον εκφυλισμό των κοινοβουλευτικών καθεστώτων, τα φασιστικά κόμματα, όπου πήραν την εξουσία, χρησιμοποίησαν μέχρις εσχάτων τη νόμιμη και θεσμική οδό των εκλογών και της συμμετοχής σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Εξάλλου, σύμφωνα με μια κλασική μαρξιστική προσέγγιση, ο βαθμός εκφασισμού των αστικών κοινοβουλευτικών καθεστώτων υπολογίζεται κυρίως με την έκταση που αποκτούν οι σφαίρες ανομίας εντός των οποίων μια ολιγαρχία επιβάλλει την κυριαρχία της στην εργαζόμενη πλειοψηφία αψηφώντας τους τυπικούς περιορισμούς των συνταγματικών εγγυήσεων και των ατομικών ή κοινωνικών δικαιωμάτων.[8]
  • Είναι επείγον πολιτικό καθήκον να αναχαιτιστεί ο εκφασισμός της πολιτικής ζωής, εγγενές στοιχείο του νεοφιλελεύθερου σχεδίου για την Ευρώπη. Οι ζώνες ανομίας και μη δικαίου πολλαπλασιάζονται κι εξαπλώνονται από τη Μελίγια, τη Θέουτα, τη Λαμπεντούζα, το Φαρμακονήσι μέχρι τις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες έξω από το πεδίο εφαρμογής των συλλογικών συμβάσεων και του εργατικού δικαίου των ευρωπαϊκών χωρών. Παράλληλα, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, ο σεξισμός, ο εθνικισμός και ο αντικομμουνισμός κερδίζουν ολοένα και μεγαλύτερο έδαφος μέχρι και στην καρδιά της ηπείρου, στις πιο ισχυρές και πλούσιες χώρες, όπως δείχνουν η εκλογική νίκη του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία και του Κόμματος της Προόδου στη Νορβηγία, η ενίσχυση της γερμανικής Ακροδεξιάς ή το δημοψήφισμα στην Ελβετία για το φιλτράρισμα των μεταναστευτικών ροών. Ο φασισμόςδεν είναι μια απειλή για το μέλλον. Επιχειρεί σήμερα κιόλας να καταργήσει ό,τι έχει απομείνει από τις κατακτήσεις και τα δικαιώματα του εργατικού κινήματος.  Άρα, το κίνημα που θέλει να καταγγείλει τις σύγχρονες θεσμικές και πολιτικές εκφάνσεις του φασισμού και να ακυρώσει στην πράξη την αντιδραστική μετάλλαξη του νεοφιλελεύθερου σχεδίου για την Ευρώπη, δεν μπορεί παρά να αντιμάχεται ταυτόχρονα κατά μέτωπο την πολιτική της ΕΕ που γεννά τη φτώχια, την ανεργία και τον εργασιακό μεσαίωνα και τους θεσμούς που εδραιώνουν την ξενοφοβία, το ρατσισμό, την κατάργηση των δημοκρατικών και κοινωνικών κεκτημένων του εικοστού αιώνα.
  • Η μάχη ενάντια στον φασισμό περνά υποχρεωτικά από την ανασυγκρότηση του οργανωμένου εργατικού κινήματος. Ως προϊόν της κρίσης ή της παρακμής του καπιταλισμού, ο σύγχρονος φασισμός πλήττει πρώτα απ’ όλα τα πιο ευάλωτα τμήματα της εργατικής τάξης. Για να το κάνει, τρέφεται από τις αδυναμίες του εργατικού συνδικαλισμού. Όπως στον Μεσοπόλεμο τα μεγάλα φασιστικά κινήματα αναπτύχθηκαν στο έδαφος της ήττας του ιταλικού προλεταριάτου μετά την Κόκκινη Διετία (1919-1920) και της γερμανικής επανάστασης (1918-1923), ο φασισμός εμφανίζεται στην παρούσα κρίση του καπιταλισμού, ως προϊόν της ήττας του παραδοσιακού εργατικού κινήματος μετά την κρίση της δεκαετίας του 1970 και την ολομέτωπη επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Και μόνο η εκλογική γεωγραφία της ανόδου των διαφόρων ακροδεξιών κομμάτων καθιστά προφανές πως ο φασισμός κερδίζει έδαφος στα λαϊκά στρώματα, εκεί ακριβώς που, στο μεταξύ, οι οργανωμένες δομές του εργατικού κινήματος υποχωρούν και οι ταξικές ταυτότητες αποσυντίθενται. Η κρίσιμη μεταβλητή στη μάχη ενάντια στον φασισμό είναι η πραγματική κατάσταση του εργατικού κινήματος. Το πρώτο, άμεσο καθήκον της αντιφασιστικής πάλης είναι η μάχη για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, η μάχη για την ενίσχυση της κοινής, μάχιμης συνδικαλιστικής οργάνωσης ντόπιων και μεταναστών, εργαζομένων και ανέργων, παραδοσιακών και μεταφορντικών στρωμάτων του ευρωπαϊκού προλεταριάτου, στους χώρους δουλειάς, στην εκπαίδευση, στις γειτονιές. Η πάλη ενάντια στον φασισμό είναι είναι πρώτα απ’ όλα πάλη για την οργάνωση των εργαζόμενων τάξεων. Ο αντιφασισμός του 21ου αιώνα θα είναι προλεταριακός ή δεν θα υπάρξει ποτέ.
  • Αναπόσπαστα στοιχεία μιας τέτοιας διαδικασίας ανασυγκρότησης είναι η άμεση εφαρμογή πρακτικών διεθνούς συντονισμού κι αλληλεγγύης καθώς και η επεξεργασία ενός κοινού πολιτικού σχεδίου των μάχιμων τμημάτων των ευρωπαϊκών εργατικών κινημάτων. Αν ο φασισμός είναι μια αντεπανάσταση εκεί που η επανάσταση απέτυχε ή δεν εκδηλώθηκε και αν τα φαντάσματα που νομίσαμε πως είχαμε θάψει οριστικά στο παρελθόν επέστρεψαν και πλανιούνται ξανά στην ευρωπαϊκή τους κοιτίδα, αυτό οφείλεται εν πολλοίς στο ότι οι διάφορες μορφές της Αριστεράς αποτυγχάνουν (ή χειρότερα: αρνούνται)  να αντιπαραθέσουν ένα στρατηγικό πρόταγμα και μια εναλλακτική πολιτική διέξοδο από τη βάρβαρη, ολοκληρωτική μετάλλαξη του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.

[1]  Hana Arendt, Between Past and Future, Nέα Υόρκη, Viking Press, 1961, σελ, 19.

[2] Για μια ιστορική

κατηγοριοποίηση των εκδοχών της αντεπανάστασης βλ. Arno Mayer,  Dynamics of Counterrevolution in Europe, 1870-1956, An Analytic Framework, Harper & Row, New York, 1971, σελ. 59-121.

[3] Βλ. Varieties of Right-Wing Extremism in Europe, Taylor and Francis, Nέα Υόρκη 2013. Για την ελληνική περίπτωση και τις σχέσεις ανάμεσα στην Ακροδεξιά και το κράτος βλ.και Δ. Χριστόπουλος (επιμ.), Το «βαθύ κράτος» στη σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά. Εκκλησία, Δικαιοσύνη, Στρατός, Αστυνομία¸νήσος-Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, Αθήνα 2014 (κυκλοφορεί την ερχόμενη εβδομάδα)

[4] Βλ. το σχετικό δημοσίευμα του Ιl Manifesto, goo.gl/8TwBZE

[5] Βλ. σχετικά την κριτική του Χομπσμπάουμ στον François Furet: E. Hobsbawm «Histoire et Illusion», Le Débat, τχ. 89, 1996/2, σ. 129-138.

[6] Βλ. D. Diner, Zivilisationsbruch, Denken nach Auschwitz, Fischer Taschenbuch Verlag, 1988.

[7] Bλ. goo.gl/e1gD9H.

[8]     F. Neumann, Behemoth. The Structure and Practice of National-Socialism 1933-1944, I. Dee, Σικάγο 2009, σ. 17-36 και 467-476.

 

*Ο Δημήτρης Κουσουρής είναι ιστορικός, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντίας στη Γερμανία. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος (22) του περιοδικού Cοntretemps 22, σ. 25-32 και αποτελεί επεξεργασμένη μορφή εισήγησης σε συνάντηση που οργάνωση τον Μάρτιο του 2014 η ΑΝΤΑΡΣΥΑ Παρισιού, με συμμετοχή ελληνικών και γαλλικών κομμάτων και οργανώσεων (ΣΥΡΙΖΑ, NPA, Parti De Gauche κ.ά.)

 

Posted in Ευρώπη, Ελλάδα, Πολιτική, Kοινωνία | Tagged , , , , , , ,

ΜΙΑ ΛΙΣΤΑ – ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ

Toυ Κώστα Χατζηαντωνίου

Υποκύπτω στον πειρασμό μιας “λίστας δέκα βιβλίων” με την υστεροβουλία ενός σχολίου που θέλω να κάνω. Κατ’ αρχάς η λίστα (με αλφαβητική σειρά):

Τ. Αθανασιάδης – Πανθέοι.
Η. Βενέζης – Γαλήνη.
Γ. Θεοτοκάς – Αργώ.
Ν. Καζαντζάκης – Ο Χριστός ξανασταυρώνεται.
Μ. Καραγάτσης – Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν.
Σ. Μυριβήλης – Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια.
Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος – Αστροφεγγιά.
Αλ. Παπαδιαμάντης – Οι έμποροι των εθνών.
Κ. Πολίτης – Λεμονόδασος.
Α. Τερζάκης – Η μενεξεδένια πολιτεία.
Τα βιβλία αυτά, Ελλήνων συγγραφέων, που χάρηκα στα μαθητικά μου χρόνια (μαζί, φυσικά, με πολλά άλλα ξένων συγγραφέων) έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, πέρα από το ότι τα επτά εξ αυτών ανήκουν στη γενιά του Τριάντα (να η αιτία λοιπόν της αγάπης μου σε αυτήν…): όλα έγιναν γνωστά στο ευρύ κοινό μέσα από την τηλεοπτική τους μεταφορά. Ναι, τότε, στην “επάρατη περίοδο” 1974- 1981, που υπήρχε μόνο κρατική ραδιοτηλεόραση, με διευθυντές σαν τον Δ. Χόνδρο, τον Γ. Λάμψα, τον Δ. Χορν, τότε που υπήρχε κρατικό (τρίτο) ραδιόφωνο με τον Μ. Χατζιδάκι και υπουργοί Πολιτισμού σαν τον Κ. Τρυπάνη. Οι συγκρίσεις με την εποχή της τηλεοπτικής ιδιωτείας και γενικότερα οι σκέψεις για την κατάντια της αστικής παράταξης σε αυτόν τον τόπο από τότε, προκύπτουν νομίζω αβίαστα.

Πηγή: το fb του Κώστα Χατζηαντωνίου

 

Posted in βιβλίο & βιβλια | Tagged , , ,