-
Recent Posts
- Ελληνες και φιλέλληνες
- Παναγιώτης Κονδύλης
- Ρόμπερτ Σίλβερς: Οι διάνοιες…
- Ούγκο Τσάβες…
- Η συγκριτική ματιά
- Μαθητές πεθαίνουν της πείνας
- Ο Μαύρος Καβαλάρης
- Βιβλιοκρισία Πέτρου Δήτσα…
- Συζήτηση με τον Κορνήλιο Καστοριάδη…
- Αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη από την Εφημερίδα των Συντακτών (ένθετο “Νησίδες”)
- Ματαρόα, το πλοίο της μεγάλης φυγής
- Η κοινωνία να…
- Αφιέρωμα στον Καστοριάδη
- Δημήτρης Μαργαρίτης
- Γιώργος Ευαγγελόπουλος
Archives
Meta
Ελληνες και φιλέλληνες
Η οικονομική κρίση έφερε μια σημαντική αλλαγή στην εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό καθώς στο παλιό πολιτισμικό στερεότυπο του Ζορμπά ήρθε να προστεθεί ένα νέο στερεότυπο, οικονομικό αυτή τη φορά, του άσωτου εταίρου. Την εδραιωμένη εικόνα περί έθνους Ζορμπάδων ήρθε να ενισχύσει μια νέα αφήγηση περί μη κυβερνήσιμης και σπάταλης χώρας. Η επωδός που ακούει κανείς συνεχώς στα ξένα ΜΜΕ είναι ότι δεν έπρεπε να επιτραπεί στην Ελλάδα να γίνει μέλος της ευρωζώνης. Για καμία άλλη χώρα δεν λέγεται κάτι τέτοιο, ούτε για την Πορτογαλία ούτε για την Ιρλανδία αλλά ούτε και για άλλες χώρες που έγιναν αργότερα δεκτές στην ευρωζώνη, όπως η Σλοβακία, η Εσθονία ή η Σλοβενία. Οσους φίλους, φιλέλληνες ή συμμάχους στο εξωτερικό και αν ανακαλύψει η Ελλάδα, δεν μπορεί να αποσείσει τη διεθνή εντύπωση ότι είναι μια χώρα όπου δεν τηρούνται οι νόμοι και κυριαρχούν η φοροδιαφυγή και η οικονομική κακοδιαχείριση. Το επιβεβαιώνει, άλλωστε, και το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία δεν μπόρεσε να εφαρμοστεί ο νόμος περί καπνίσματος. Οπότε εξ όνυχος τον λέοντα.
Αρκετοί, κυρίως πολιτικοί, άρχισαν να διατυμπανίζουν ότι σύντομα θα πρέπει να αποκατασταθεί η αξιοπιστία της Ελλάδας στο εξωτερικό. Ξεχνούν όμως ότι η αξιοπιστία μιας χώρας δεν αποκαθίσταται ούτε εύκολα ούτε γρήγορα. Απαιτείται βάθος χρόνου, συνέπεια και προπαντός να εξαλειφθούν οι αιτίες που οδηγούν στην αναξιοπιστία. Εύκολα απωθείται η αρνητική εικόνα, που βασίζεται στην οικονομική και θεσμική πραγματικότητα των εκθέσεων του ΟΟΣΑ για τα χάλια της ελληνικής διοίκησης, και αναζητείται το βολικό καταφύγιο της φιλελληνικής συμπάθειας για τον «μεθυσμένο Διόνυσο», της ζήλιας των υπερβορείων για τη μεσογειακή ευζωία και της διάθεσής τους για παραδειγματική τιμωρία των Ελλήνων, ή της αναζήτησης άλλοθι, βλέποντας την Ελλάδα στην ίδια κατηγορία με άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Ωστόσο, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί δεν θέλουν την ελληνική συντροφιά και σπεύδουν να υπογραμμίσουν τη διαφορά τους, διακηρύσσοντας ότι δεν είναι σαν τους Ελληνες.
Μπορεί η οικονομική κρίση να έχει εξελιχθεί σε συστημική και πανευρωπαϊκή, αλλά τούτο δεν ανατρέπει τη δυσμενή εικόνα της Ελλάδας. Οι μεν Ελληνες αγωνίζονται να πείσουν ότι η ελληνική κρίση είναι σύμπτωμα ενός ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού αδιεξόδου, οι δε ξένοι θέλουν να απομονώσουν την Ελλάδα σαν ένα παράδειγμα προς αποφυγή, μια χώρα που έσκαψε τον λάκκο μόνη της με την ασυδοσία της. Για να καταλάβουμε πώς το παλιό τουριστικό image αποδεικνύεται τελικά ανώδυνο μπροστά στο νέο και απειλητικό οικονομικό στερεότυπο, αρκεί να συγκρίνουμε δύο προγράμματα για την Ελλάδα που προβλήθηκαν πρόσφατα στην αγγλική τηλεόραση (διαθέσιμα και στο youΤube). Το πρώτο («Greek Odyssey»), της γνωστής ηθοποιού Τζοάνα Λάμλεϊ, ήταν παλιάς φιλελληνικής και τουριστικής κοπής και περιελάμβανε ευχάριστες περιηγήσεις από τη Μάνη ως τη Νιγρίτα και από τη Νίσυρο ως τη Ζίτσα. Το άλλο, «Go Greek for a Week» («Γίνε Ελληνας για μια εβδομάδα»), αποσκοπούσε στο να δείξει ως σκανδαλώδεις τις συνταξιοδοτικές και άλλες παροχές που απολάμβαναν μέχρι τώρα οι Ελληνες για να εξηγήσει πώς η χώρα έφτασε στη χρεοκοπία.
Οσο και αν οι Ελληνες δεν ήταν ποτέ ευχαριστημένοι με το είδωλο του Ζορμπά, το νέο τους οικονομικό κοσμοείδωλο είναι αμείλικτα απαξιωτικό, τεκμηριωμένο με οικονομικούς δείκτες και πιο διεισδυτικό στη διεθνή κοινή γνώμη. Οι εικόνες βίας στο Σύνταγμα, οι ιστορίες φοροδιαφυγής και η δυσπιστία για το αν η χώρα είναι σε θέση να εφαρμόσει όσα υπόσχεται, εντυπώνονται πιο βαθιά και εκφοβιστικά από οποιαδήποτε πολιτισμικά υλικά που θα μπορούσαν να συνθέσουν ένα διαφορετικό πρόσωπο της Ελλάδας. Το συνειδητοποιούν, άλλωστε, και όσοι Ελληνες ταξιδεύουν ή ζουν στο εξωτερικό. Πίσω από τη συμπαράσταση για την οικονομική κρίση ή την αλληλεγγύη τού και εγώ είμαι Ελληνας, λανθάνει, δυστυχώς, η εικόνα ενός διεφθαρμένου και αποτυχημένου κράτους το οποίο δεν έχει θέση στην Ευρώπη. Για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας η οικονομική της εικόνα φαίνεται να υπερισχύει της πολιτισμικής, που ανέκαθεν προσείλκυε τους ξένους φίλους της.
Με αφορμή ένα μικρό συνέδριο που έγινε στη Βρετανική Σχολή της Αθήνας (27-28 Ιανουαρίου) για το Βρετανικό Συμβούλιο και τις αγγλοελληνικές λογοτεχνικές σχέσεις την περίοδο 1945-1955, θα ήθελα να θυμίσω ένα άρθρο του Λόρενς Ντάρελ με τίτλο «Ελληνες και Φιλέλληνες» δημοσιευμένο ανώνυμα στο Times Literary Supplement το 1949 και μεταφρασμένο την ίδια χρονιά στην Αγγλοελληνική Επιθεώρηση. Το άρθρο αυτό είναι εμβληματικό μιας νέας ανακάλυψης της Ελλάδας, η οποία ξεκίνησε στη δεκαετία του 1940 από βρετανούς φιλέλληνες. Το διακριτικό γνώρισμα αυτής της ανακάλυψης ήταν ότι για πρώτη φορά μετέθεσε την έμφαση από την αρχαιότητα στη σύγχρονη Ελλάδα, στο ελληνικό τοπίο και στη νεοελληνική λογοτεχνία. Αν και η περίοδος 1940-1955 ήταν σκληρή και δύσκολη για την Ελλάδα, αποτέλεσε τη χρυσή εποχή για τη διεθνή της εικόνα και την προβολή του ελληνικού πολιτισμού στο εξωτερικό. Η τρέχουσα αρνητική εικόνα δεν θυμίζει σε τίποτα το φιλελληνικό ρεύμα εκείνης της εποχής. Οι σημερινοί φιλέλληνες, αν υπάρχουν, δεν ανακαλύπτουν το φως, το τοπίο και την ποίηση της Ελλάδας αλλά τη διαφθορά, την απόγνωση και τη γραφειοκρατία.
O κ. Δημήτρης Tζιόβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Aγγλίας.
Posted in Iστορία, Έλληνες, Ευρώπη, Ελλάδα, Kοινωνία
Tagged πολιτισμική εικόνα, φιλέλληνες, φοροδιαφυγή, Δημήτρης Τζιόβας, Ελληνες, Ελληνες και φιλέλληνες, οικονομική εικόνα, οικονομική κακοδιαχείριση
Παναγιώτης Κονδύλης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: To Vima online, 15/05/2011
Ενα βροχερό βράδυ στο σπίτι του Σπύρου Τσακνιά στο Παλαιό Ψυχικό, στις αρχές του 1998. Ο Τσακνιάς, που συνεργαζόταν τότε ως κριτικός λογοτεχνίας με το ένθετο των «Βιβλίων», ήταν και δεινός μάγειρας. Συγκέντρωνε τακτικά φίλους στο σπίτι του, όχι μόνο για να δοκιμάσουν την κουζίνα του αλλά και για να συναντήσουν ενδιαφέροντες συνδαιτυμόνες-συνενόχους. Εκείνο το βράδυ ανάμεσα στους «συνενόχους» ήταν ο Παναγιώτης Κονδύλης. Μόλις είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο του Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα για την κοινωνία μας, ολοκλήρωνε την έκδοση του βιβλίου του Θεωρίες του Πολέμου , και το υλικό για συζήτηση και αντιπαράθεση ήταν φρέσκο και αναζωογονητικό.
Ο Παναγιώτης Κονδύλης ήταν από τους λίγους πρωτότυπους διανοούμενους-στοχαστές της μεταπολεμικής Ελλάδας (είχε γεννηθεί το 1943). Μονίμως αποκλεισμένος από την ελληνική πανεπιστημιακή πραγματικότητα, δούλεψε και διακρίθηκε στη Γερμανία – κατά το «ουδείς προφήτης στον τόπο του». Τα περισσότερα βιβλία είχαν εκδοθεί πρώτα στα γερμανικά και ο ίδιος ήταν από τους τακτικότερους συνεργάτες του feuilleton της εφημερίδας Frankfurter Αllgemeine Ζeitung. Ο Κονδύλης με το έργο του προσπάθησε να δώσει, εκτός των άλλων, ορισμένα ερμηνευτικά κλειδιά για να κατανοήσουμε την ελληνική κοινωνία. Οι θέσεις του μας ξεβόλευαν- κι ίσως γι΄ αυτό ήταν περιθωριοποιημένος από το ελληνικό ακαδημαϊκό σύστημα. Εχει αποδειχθεί ότι οι λίγοι (ελάχιστοι) ελεύθεροι και ειλικρινείς στοχαστές δεν ευδοκιμούν στο ελληνικό θερμοκήπιο. Λίγο χρόνο ύστερα από εκείνο το δείπνο στου Σπύρου Τσακνιά, τον Ιούλιο του 1998, ο Παναγιώτης Κονδύλης πέθανε.
Πριν από μερικές ημέρες οι εκδόσεις Θεμέλιο εξέδωσαν ένα σύντομο αλλά πυκνό κείμενο του Παναγιώτη Κονδύλη. Τίτλος του, Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας, με υπότιτλο «Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία». Πρόκειται για ένα κείμενο που είχε δημοσιευθεί το 1991 ως εισαγωγή στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Είκοσι χρόνια μετά, η επικαιρότητά του είναι ανατριχιαστική. Από τότε ο Κονδύλης μάς έλεγε ότι η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια, κλείνει τον κύκλο της. Από τότε μας έλεγε ότι μεταδικτατορικά διαμορφώθηκε στην Ελλάδα μια εξαμβλωματική μαζική δημοκρατία όπου το μοντέρνο συνδυάστηκε με τις «πασίγνωστες επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπναδικισμού και της ημιμάθειας». Από τότε μας μιλούσε για την απουσία αστικού εργασιακού ήθους όχι μόνο στον τομέα της υλικής παραγωγής αλλά και στον τομέα του πνεύματος. Από τότε μας έλεγε ότι οι μίμοι και οι γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαίτερα υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Posted in Ελλάδα, Παναγιώτης Κονδύλης (1943 -1998), Φιλόσοφος, βιβλίο & βιβλια, Kοινωνία
Tagged Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, Θεωρίες του Πολέμου, Νίκος Μπακουνάκης, Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας, Παναγιώτης Κονδύλης, Σπύρος Τσακνιάς, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, ελληνική κοινωνία
Ρόμπερτ Σίλβερς: Οι διάνοιες…
… είναι πάντα σπάνιες
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: To Vima online, 03/03/2013
“Συνέντευξη με τον διευθυντή της «New York Review of Books», της επιθεώρησης με τη μεγαλύτερη επιρροή στον αγγλοσαξονικό κόσμο, για τα 50 χρόνια κυκλοφορίας της”
«Ο κύριος Σίλβερς μιλάει στην άλλη γραμμή. Σας πειράζει να περιμένετε;» ρωτάει βιαστικά η Αλεξ Σβαρτς. Κυριακή απόγευμα στη Νέα Υόρκη, μεσάνυχτα στην Αθήνα. Ο Ρόμπερτ (Μπομπ) Σίλβερς, ο 83χρονος διευθυντής σύνταξης της «New York Review of Books» (NYRB), δεν ξέρει από αργίες, ούτε η νεαρή βοηθός του από το Γέιλ ούτε οι συνεργάτες του.
Οσο περιμένω στο ακουστικό διατρέχω νοερά τις σημειώσεις μου. Εκπληκτικά ευρυμαθής, μεθοδικός, σχολαστικός, ακάματος, αφοσιωμένος είναι οι χαρακτηρισμοί που συνοδεύουν συνήθως τον διευθυντή της λογοτεχνικής επιθεώρησης που θεωρείται το πιο ισχυρό έντυπο λόγου και σκέψης στον αγγλόφωνο κόσμο. Οσμίζεται αμέσως τα σημαντικά βιβλία και τους καλούς συγγραφείς και έχει το ταλέντο να ζευγαρώνει ευφυώς συντάκτες και θέματα.

A caricature of John Updike from The New York Review of Books by David Levine, who drew Updike several times. (Photo credit: Wikipedia)
Εφέτος το περιοδικό κλείνει 50 χρόνια κυκλοφορίας με τον Σίλβερς σταθερά στο τιμόνι. Ολοι διερωτώνται ποιος θα τον διαδεχτεί αλλά εκείνος δεν φαίνεται διατεθειμένος να αποχωρήσει από το περιοδικό. Είναι η οικογένειά του, υποστηρίζουν πολλοί. Η ΝΥRΒ γεννήθηκε ένα βράδυ του 1963 από μια παρέα φίλων του εκδοτικού χώρου, εκμεταλλευόμενη ένα προσωρινό κενό στην κριτική βιβλίου εξαιτίας μιας τρίμηνης απεργίας των εφημερίδων. Με έδρα τη Νέα Υόρκη, διεθνείς συνεργασίες, φιλοευρωπαϊκό προφίλ, ακαδημαϊκή εμβρίθεια και θεματική ποικιλία, η δεκαπενθήμερη NYRB είναι ξακουστή για την ανεξάρτητη, προοδευτική φωνή της, τον σοβαρό χαρακτήρα της, τις εκτενείς βιβλιοκρισίες και τις εμπεριστατωμένες προσεγγίσεις της σε ζητήματα της επικαιρότητας.
Ενώ σκέφτομαι αυτά, ακούω τη φωνή του Ρόμπερτ Σίλβερς, φρέσκια και ζωηρή, παρά την ηλικία του. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η πεντηκονταετία που περάσατε στη NYRB; ρωτάω. Του προκαλεί κατάπληξη ότι πέρασε κιόλας μισός αιώνας.
«Πενήντα χρόνια σημαίνουν επιμέλεια 15.000 άρθρων και αρθρογραφία τουλάχιστον για μια ντουζίνα πολέμους. Η ιστορία της NYRB είναι η ιστορία μιας ομάδας ανθρώπων που ξεκίνησαν ένα περιοδικό το 1963, όταν πρόεδρος ήταν ο Κένεντι, και στη διάρκεια των χρόνων ήρθαν αντιμέτωποι με μια σειρά τρόπων από τον χώρο του βιβλίου, αντιμέτωποι με διαφορετικές λογοτεχνικές, πολιτικές, ιστορικές και πνευματικές τάσεις, αντιμέτωποι με τρόπους της Ιστορίας: το κίνημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις μεγάλες αλλαγές με πρωταγωνιστή τη νεολαία στη δεκαετία του ’60 και πάνω απ’ όλα τον πόλεμο στο Βιετνάμ, στον οποίο αντιταχθήκαμε από την αρχή διότι δεν είχαμε πεισθεί για τους λόγους αυτής της θυσίας νεαρών Αμερικανών. Ηταν επίμαχο θέμα εκείνη την εποχή και δεχτήκαμε πολλή κριτική, όμως αυτή ήταν η θέση μας».
Αναφέρεται διεξοδικά στη σχετική αρθρογραφία και μου επισημαίνει ένα κείμενο του πρόσφατα εκλιπόντος φιλοσόφου Ρόναλντ Ντουόρκιν για τους αντιρρησίες συνείδησης.
«Το κεντρικό ζήτημα που απασχόλησε την επιθεώρηση την επόμενη εικοσαετία ήταν η επίδραση του ολοκληρωτικού κομμουνισμού σε μεγάλο μέρος του κόσμου, ειδικά στην Ανατολική Ευρώπη». Δημοσίευσαν κείμενα του Σολζενίτσιν, του Βάτσλαβ Χάβελ και άλλων αντιφρονούντων. Αργότερα, «όταν πολλοί διανοούμενοι ήταν γοητευμένοι από την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, εμείς δημοσιεύσαμε κείμενο του βέλγου σινολόγου Σιμόν Λις ο οποίος πίσω από το προσωπείο της προόδου διέκρινε ένα καταπιεστικό, ολοκληρωτικό καθεστώς».
Περνά στην αρθρογραφία που κάλυψε τα φασιστικά καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής και καταλήγει στον Κινέζο Λιου Χσιαομπό, το Νομπέλ Ειρήνης του 2010. Η NYRB πρωτοδημοσίευσε στα αγγλικά το 2009 το μανιφέστο του για την ελευθερία του λόγου και τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κίνα, λέει.
Συμπεραίνω ότι το περιοδικό οφείλει την επιτυχία του στις τοποθετήσεις του σε ζητήματα της διεθνούς πολιτικής. Ο Σίλβερς δεν συμφωνεί. «Δεν ισχύει αυτό, αλλά πάλι δεν μπορώ να εντοπίσω σε τι ακριβώς οφείλεται η επιτυχία του περιοδικού, γιατί η NYRB είναι ένα ιδιαίτερο έντυπο, με την έννοια ότι τόσο η συνάδελφός μου Μπάρμπαρα Επστάιν, με την οποία ιδρύσαμε και συνδιευθύναμε το περιοδικό μέχρι τον θάνατό της το 2006, όσο κι εγώ προερχόμασταν από τον χώρο των λογοτεχνικών περιοδικών και μας διέκρινε το κοινό μέλημα για τη γλώσσα, για το καλογραμμένο κείμενο». Υπήρχαν έξοχοι συγγραφείς οι οποίοι δεν δημοσίευαν συχνά και δεν είχαν καταπιαστεί ποτέ με τη βιβλιοκριτική.«Σκεφτήκαμε ότι άξιζε να δώσουμε βήμα σε αυτούς τους ανθρώπους. Αυτό μας παρακίνησε να ιδρύσουμε το περιοδικό». Eνα άρθρο που είχε γράψει νωρίτερα η πεζογράφος Ελίζαμπεθ Χάρντγουικ - από τον στενό κύκλο των ιδρυτών του περιοδικού - στο «Harper’s» για την παρακμή της βιβλιοκριτικής έγινε το μανιφέστο τους και καθόρισε την αποστολή της NYRB: «Να παρουσιάζουμε σε κάθε τεύχος με τρόπο υψηλών απαιτήσεων τα σημαντικά και ενδιαφέροντα βιβλία που κυκλοφορούν σε ένα εύρος θεματολογίας: πολιτική, επιστήμη, τέχνη, λογοτεχνία και πάνω απ’ όλα Ιστορία».
«Παραμένει ζωντανή όσο ποτέ»
Μου κάνει εντύπωση ότι τονίζει διαρκώς «πόσο πολύ τυχεροί!» ήταν. Μια μικρή ομάδα που εκμεταλλεύθηκε μια ευκαιρία και έστησε ένα περιοδικό «χωρίς δεκάρα, παρά μονάχα για τα έξοδα του τυπογράφου». Κατάφεραν να πείσουν συγγραφείς όπως η Μαίρη Μακάρθι, ο Νόρμαν Μέιλερ, ο Γκορ Βιντάλ, η Σούζαν Σόνταγκ να γράφουν αμισθί. Κέρδισαν τους αναγνώστες με την ποιότητά τους. Προστάτευσαν εμμονικά την ανεξαρτησία τους από επενδυτές και διαφημιζoμένους και πέτυχαν έναν βαθμό ελευθερίας έκφρασης «ίσως μοναδικό στον αμερικανικό εκδοτικό χώρο» τοποθετώντας ψηλά τον πήχη της γραφής. «Σήμερα, η NYRB συνεχίζει τον δρόμο της, έχει αυξηθεί λίγο σε μέγεθος, η απήχησή της εντείνεται παρά ελαττώνεται και το μέλλον της είναι, όπως όλων, άδηλο. Φαίνεται όμως πως παραμένει ζωντανή όσο ποτέ» μου λέει με συγκρατημένη περηφάνια ο διευθυντής.
Το περιοδικό ελάχιστα έχει αλλάξει στο σχήμα, στην τυπογραφία, στη θεματολογία και στο ύφος από τα πρώτα τεύχη του. Συλλαμβάνει με οξυδέρκεια τις νέες τάσεις, αλλά δεν παρασύρεται από αυτές. Οι βιβλιοκρισίες του παραμένουν μακροσκελείς σε μια εποχή που το Διαδίκτυο μας «εκπαιδεύει» να διαβάζουμε όλο και συντομότερα κείμενα. Δεν τους έχει επηρεάσει η τεχνολογική επανάσταση; «Το ζήτημα είναι περίπλοκο και μας απασχολεί. Η NYRB πουλά 143.000 αντίτυπα σε κάθε έκδοση. Το 9% των αναγνωστών αγοράζει το περιοδικό στην ηλεκτρονική του έκδοση. Κοστίζει το ίδιο αλλά το διαβάζεις online. Πριν από δύο χρόνια εγκαινιάσαμε και ένα μπλογκ που διευθύνει ο Χιου Ικεν, το οποίο ενημερώνεται κάθε μέρα. Το αναγνωστικό κοινό που μας παρακολουθεί πιστά διαβάζει το έντυπο. Μας λένε όμως ότι εκείνοι που διαβάζουν το μπλογκ είναι πολύ νεότεροι. Η έντυπη NYRB ίσως στο τέλος υποκύψει μπροστά στο μεγάλο κύμα της ψηφιακής ανάγνωσης. Στο μεταξύ συμμετέχουμε με την αρθρογραφία μας στη σχετική συζήτηση: για την Google και το μονοπώλιο της ψηφιοποίησης βιβλίων, για την ιδιωτικότητα στο διαδίκτυο, για το Facebook και το Twitter, για το περιεχόμενο και τη μορφή των κειμένων που αναρτώνται εκεί, για την ποιότητα της γραφής, για την επίδραση του Διαδικτύου και των σύγχρονων τηλεπικοινωνιών στον τρόπο σκέψης των νέων ανθρώπων. Ολα αυτά μας ενδιαφέρουν».
Ποιότητα στα χρόνια της ταχύτητας
Η τεχνολογία έχει επηρεάσει τη διανόηση; «Εχει φέρει επανάσταση στην έρευνα, ελαχιστοποιώντας τον χρόνο της ερευνητικής διαδικασίας. Από την άλλη, τίθεται ένα ζήτημα σε ό,τι αφορά το παρελθόν, ξεκινώντας από την αρχαιοελληνική και λατινική παράδοση που περνά στους λογίους της Αναγέννησης και καταλήγει στην κριτική παράδοση των νεότερων χρόνων, στον Μαρξ και στον Φρόιντ. Χάρη στην τεχνολογία οι νέοι υποθέτουν ότι η γνώση του παρελθόντος είναι διαθέσιμη ανά πάσα στιγμή, το ζήτημα όμως είναι ότι δεν απορροφούν πολλή από αυτήν και προτιμούν να ασχολούνται με θέματα που δεν τους ξεπερνούν στην ηλικία». Είναι το συμπέρασμα, μου λέει, της θαυμάσιας βιβλιοκρισίας του τόμου The Classical Tradition (εκδ. Harvard University Press, 2010) στην NYRB.
Ο Ρόμπερτ Σίλβερς επιμελείται αυτοπροσώπως κάθε κείμενο που δημοσιεύεται στο περιοδικό. Οι απαντήσεις του συνοδεύονται από παραπομπές σε άρθρα της ΝΥRB και σε βιβλία. Στην εποχή της πληροφορίας μιλάει για γνώση. Στα χρόνια της ταχύτητας μιλάει για ποιότητα. Είναι ένας πνευματικός άνθρωπος παλαιάς κοπής.
Υπάρχουν πλέον δημόσιοι διανοούμενοι; «Εχουμε σήμερα εκπληκτικούς συγγραφείς όπως ο Ντάνιελ Μέντελσον που μας έδωσε ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα και άρθρα για το Ολοκαύτωμα, ο Μαρκ Ντάνερ, ειδικός στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, που έχει γράψει πραγματείες για τόσους πολέμους, ο Τόμας Πάουερς, βαθύς γνώστης ζητημάτων για τις Υπηρεσίες Πληροφοριών. Εχουμε εξαιρετικές γυναίκες συγγραφείς, την ιστορικό της αρχαιότητας Μαίρη Μπέαρντ, τη Ζέιντι Σμιθ, τη Ζόι Χέλερ. Οι δοκιμιογράφοι που αναφέρω δεν είναι επ’ ουδενί κατώτεροι των διανοουμένων του παρελθόντος. Εχουν διαφορετική κουλτούρα μεν, αλλά είναι όλοι τους έξοχα μυαλά. Οι λαμπρές διάνοιες ήταν ανέκαθεν σπάνιες. Καθήκον μας είναι να τους δίνουμε φωνή και χώρο στα έντυπα».
Posted in βιβλίο & βιβλια, Writer
Tagged Arts, Harvard University Press, Γκορ Βιντάλ, Ελίζαμπεθ Χάρντγουικ, Ζόι Χέλερ, Ζέιντι Σμιθ, Λιου Χσιαομπό, Μπάρμπαρα Επστάιν, Μαρκ Ντάνερ, Μαίρη Μπέαρντ, Μαίρη Μακάρθι, Ντάνιελ Μέντελσον, Νόρμαν Μέιλερ, Οι διάνοιες, Ρόμπερτ Σίλβερς, Ρόναλντ Ντουόρκιν, Σούζαν Σόνταγκ, Τόμας Πάουερς, διανόηση, New York Review of Books, NYRB, The Classical Tradition, United States
Ούγκο Τσάβες…
O Μπερνάρ Ανρί Λεβί γράφει για την «μεταθανάτια λατρεία του Ούγκο Τσάβες»
Αφήνοντας στην άκρη τον αντισημιτισμός και τις συμμαχίες με δικτάτορες, γιατί η αριστερά θα έπρεπε να τιμά έναν άνθρωπο που καταπίεσε το λαό του και κατέστρεψε την οικονομία; Είναι μια προσβολή προς το λαό της Βενεζουέλας, γράφει ο γάλλος φιλόσοφος Μπερνάρ Ανρί Λεβί.
Ο θάνατος του Ούγκο Τσάβες και η περίτεχνη κηδεία που ακολούθησε έχουν εξαπολύσει ένα κύμα πολιτικής ηλιθιότητας και ως εκ τούτου παραπληροφόρησης, ενός μεγέθους που έχουμε καιρό να δούμε. Δεν θα σταθώ -γιατί αυτό είναι ήδη γνωστό- στον Τσάβες τον «φίλο του λαού», του οποίου οι στενότεροι σύμμαχοι ήταν αιμοσταγείς δικτάτορες: Αχμαντινετζάντ, Μπασάρ αλ-Άσαντ, Φιντέλ Κάστρο, και, στο παρελθόν, Καντάφι. Ούτε θα σταθώ πολύ, γιατί κι αυτό επίσης είναι γνωστό, στον παθολογικό αντισημιτισμό του Τσάβες κατά την 14χρονη περίοδο της ηγεσίας του, που οδήγησε τα δύο τρίτα της εβραϊκής κοινότητας της Βενεζουέλας στην εξορία. Δεν ήταν ο Τσάβες ο λάτρης των θεωριών συνωμοσίας του Thierry Meyssan, μαθητή του αργεντίνου αρνητή του Ολοκαυτώματος Norberto Ceresole, ο οποίος έδειξε φανερά την έκπληξή του επειδή οι Ισραηλινοί «ήθελαν να επικρίνουν τον Χίτλερ», ακόμη και αν «έχουν κάνει τα ίδια και ίσως και χειρότερα»; Πώς να αντιδράσει ένας Εβραίος στο Καράκας βλέποντας τον πρόεδρό του να στιγματίζει μια μειοψηφία που αποτελείται από «απόγονους εκείνων που σταύρωσαν τον Ιησού Χριστό» και οι οποίοι, σύμφωνα με τον Τσάβες, «φτιάχτηκαν με τον πλούτο του κόσμου»;
Από τις κατηγορίες ότι ο Λευκός Οίκος προσπαθούσε να τον σκοτώσει ως την παρέα με τον Αχμαντινετζάντ και τον Καντάφι, ιδού μια γρήγορη ματιά σε μερικούς από τους λόγους για τους οποίους θεωρήθηκε ότι ο Τσάβες μισεί την Αμερική. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό, κάτι που θα μετανιώσουμε αν το προσπεράσουμε καθώς η μεταθανάτια λατρεία του Τσάβες μεγαλώνει και γίνεται όλο και πιο τοξική, είναι ότι αυτός ο «σοσιαλιστής του 21ου αιώνα», αυτός που υποτίθεται ότι ήταν ακούραστος «υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», κυβέρνησε φιμώνοντας τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κλείνοντας τους τηλεοπτικούς σταθμούς που τον επέκριναν και αρνούμενος την πρόσβαση της αντιπολίτευσης στα κρατικά ενημερωτικά δίκτυα. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό, ή σκόπιμα δεν αναφέρεται από εκείνους που θα κάνουν τον Τσάβες πηγή έμπνευσης για μια αριστερά που φαίνεται να της λείπουν αυτές οι πηγές, είναι ότι αυτός ο υπέροχος ηγέτης, φαινομενικά τόσο απασχολημένος με τους εργαζομένους και τα δικαιώματά τους, ανεχόταν τα συνδικάτα μόνο αν ήταν επίσημα. Επέτρεψε απεργίες μόνο όταν ήταν ελεγχόμενες ή ακόμη και ενορχηστρωμένες από το καθεστώς. Και, μέχρι το τέλος, δίωξε, ποινικοποίησε και πέταξε στη φυλακή ανεξάρτητους συνδικαλιστές οι οποίοι, όπως ο Ruben Gonzalez, ο εκπρόσωπος των ανθρακωρύχων της Ferrominera, αρνήθηκαν να περιμένουν να υλοποιηθεί πλήρως ο μπολιβαρισμός και άρχισαν να απαιτούν αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, προστασία από τα εργατικά ατυχήματα και δίκαιους μισθούς.
Αυτό που παραλήφθηκε στα περισσότερα αφιερώματα κατά τη διάρκεια αυτών των συνόδων παγκόσμιου πένθους και που πρέπει να θυμόμαστε, αν θέλουμε να αποφύγουμε η μετα-Τσάβες εποχή να μετατραπεί σε έναν ακόμη χειρότερο εφιάλτη-είναι η καταστολή των Ινδιάνων Yukpa της Sierra de Perija, στο όνομα της «πολιτιστικής ολοκλήρωσης»: οι στοχευμένες δολοφονίες, που καλύφθηκαν από το καθεστώς, εκείνες των αρχηγών τους, οι οποίοι, όπως ο Sabino Romero το 2009, αρνήθηκαν να υποταχθούν στον Τσάβες. Και, γενικά, η καταστολή των δημοκρατικών και λαϊκών κινημάτων, που δεν είχαν την τύχη να είναι στην ατζέντα του Τσάβες. Πάρτε τα θέματα των γυναικών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα δικαιώματα των γυναικών υπέστησαν δραματικές παλινδρομήσεις κατά τη διάρκεια της βασιλείας του El Comandante. Και, θα ήταν άδικο για τον θανόντα ηγέτη να σημειωθεί ότι δύο διατάξεις του οικογενειακού δικαίου -η μία για την προστασία των γυναικών θυμάτων της ενδοοικογενειακής βίας και η άλλη για τις διαζευγμένες γυναίκες- καταργήθηκαν από το καθεστώς, επειδή θεωρήθηκαν πολύ μικροαστικές για το πρότυπο του ανδρισμού που επικρατούσε;
Όσο για τις καλές ψυχές που μας θυμίζουν ότι ο εθνικός λαϊκισμός του Τσάβες είχε «τουλάχιστον» το όφελος ότι έτρεφε τους πεινασμένους και ενδιαφερόταν για τους πλέον ευάλωτους και τη μείωση της φτώχειας, αμελούν να αναφέρουν ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές έγιναν δυνατές μόνο με δημοσιονομική απερισκεψία ίδια, η οποία χρηματοδοτήθηκε από κολοσσιαία έσοδα από το πετρέλαιο, που αυξήθηκαν από την υψηλή τιμή του αργού. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η πραγματική οικονομία της χώρας, ο εκσυγχρονισμός των υποδομών και των εγκαταστάσεών της και η δημιουργία επιχειρήσεων που μπορούν να δημιουργήσουν βιώσιμο πλούτο θυσιάστηκαν απερίσκεπτα στο βωμό μιας μορφής καισαρισμού που σχεδιάστηκε περισσότερο για να εξαγοράσει την κοινωνική ειρήνη παρά για να χτίσει τη Βενεζουέλα του αύριο.
Posted in Μπερνάρ Ανρί Λεβί, Ούγκο Τσάβες
Tagged El Comandante, Βενεζουέλα, Ο θάνατος του Ούγκο Τσάβες
Η συγκριτική ματιά
4 Μαρτίου 2013
Δύο άνθρωποι περπατούν στο δάσος. Αίφνης, εμφανίζεται μία αρκούδα με απειλητικές διαθέσεις. Ο ένας άνθρωπος ετοιμάζεται να το βάλει στα πόδια. Οπότε, τον ρωτάει ο άλλος: «Νομίζεις ότι μπορείς να τρέξεις γρηγορότερα από την αρκούδα;», Και του απαντάει ο άλλος: «Όχι, αλλά μου φτάνει ότι τρέχω γρηγορότερα από εσένα!».
Αυτή είναι μία διάσταση που συχνά παραγνωρίζεται στις συζητήσεις που γίνονται για την έξοδο από την κρίση. Αν υποθέσουμε ότι η αρκούδα είναι η οικονομική κρίση και οι άνθρωποι στο δάσος οι διάφορες χώρες, τότε το μήνυμα είναι ότι εκείνο που μετράει δεν είναι πόσες μεταρρυθμίσεις έχει κάνει μία χώρα, αλλά πόσες έχει κάνει σε σχέση με τις άλλες. Με άλλα λόγια: Το αν η Ελλάδα μείωσε τον αριθμό αδειών που χρειάζεται κανείς για να ανοίξει μία επιχείρηση, από 50 σε 25, αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτα όταν υπάρχουν χώρες όπου απαιτούνται 3, 2 ή ακόμα και καμία άδεια για να στήσεις μία επιχείρηση.
Η συγκριτική αυτή διάσταση όχι απλά υποβαθμίζεται συνεχώς στις συζητήσεις εδώ, αλλά -επιπλέον- πολλές φορές προκαλεί την κατακραυγή. Όπως συνέβη πρόσφατα όταν ο καθηγητής Γ. Μέργος τόλμησε να συγκρίνει τις αποδοχές στην Ελλάδα με αυτές άλλων χωρών. Ή όπως συμβαίνει όταν κάποιος τολμήσει να συγκρίνει τα ελληνικά ΑΕΙ με αυτά του εξωτερικού ή τις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε σχέση με τις αντίστοιχες επιδόσεις μαθητών άλλων χωρών. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η συγκριτική διάσταση υποβαθμίζεται με διάφορες αστείες δικαιολογίες. Άλλοτε φταίει η μεθοδολογία της σύγκρισης (στην περίπτωση π.χ. του τεστ της PIZA) άλλοτε το γεγονός ότι κατά κάποιον τρόπο οι Έλληνες είναι περιούσιος λαός («εμείς δεν είμαστε Ασιάτες» στην περίπτωση των μισθών κ.λπ.). Άλλοτε πάλι η απουσία της συγκριτικής διάστασης απλά αντιπροσωπεύει τον επαρχιωτισμό και εθνοκεντρισμό, τόσο του εκπαιδευτικού συστήματος, όσο και των περισσοτέρων ΜΜΕ της χώρας που, φυσικά, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των αντιλήψεων των πολιτών της χώρας.
Η συγκριτική διάσταση είναι καθοριστική για να έχει κάποιος μία σαφή αντίληψη για την πορεία της χώρας. Ελάχιστα ενδιαφέρει πόσο μειώθηκαν οι μισθοί τα τελευταία δυο-τρία χρόνια: Αυτό που μετράει είναι πού βρίσκεται σήμερα η παραγωγικότητα του Έλληνα εργαζομένου σε σχέση με την παραγωγικότητα των εργαζομένων άλλων χωρών. Ελάχιστα ενδιαφέρει πόσες κρατικές επιχειρήσεις ιδιωτικοποιήθηκαν τα τελευταία δυο-τρία έτη. Αυτό που ενδιαφέρει είναι πόσες παραμένουν κρατικές σε σχέση με αυτές άλλων χωρων. Και τα ίδια ισχύουν για τους φόρους, τις διάφορες γραφειοκρατικές διατάξεις και ρυθμίσεις κ.λπ.
Όπως δείχνει το ανέκδοτο στην αρχή του σημειώματος, οι έννοιες της «ταχύτητας» ή της «ριζοσπαστικότητας» των μεταρρυθμίσεων, είναι σχετικές. Είναι σχετικές σε σχέση με το τι έχουν επιτύχει οι άλλοι σε αυτούς τους τομείς. Αλλιώς, δεν έχουν κανένα νόημα.
Posted in Ελλάδα, Kοινωνία
Tagged Η συγκριτική ματιά, Τάκης Μίχας
Μαθητές πεθαίνουν της πείνας
Διαβάστε την επιστολή αναλυτικά:
«Συνάδελφοι – Συναδέλφισσες
Η οικονομική πτώχευση και η κρίση της πατρίδας μας, έχει χτυπήσει εδώ και καιρό τις πόρτες όλων μας και έχει μπει μέσα στη ζωή μας άγρια, αδυσώπητη, στιβαρή, απάνθρωπη.
Οι κυβερνώντες μας βλέπουν ως αριθμούς. Ως πηγή εσόδων μονάχα. Η αξιοπρέπεια , η δικαιοσύνη, η ισότητα, είναι ανύπαρκτες στο μυαλό και στις πράξεις τους.
Επενδύουν μονάχα εκεί απ΄ όπου μπορούν να απορροφήσουν έσοδα και κέρδη. Εκεί όπου τα αποτελέσματα είναι μετρήσιμα.
Γι΄ αυτούς λοιπόν, η εκπαίδευση δεν μετρά. Τα αποτελέσματά της είναι ποιοτικά. Δεν είναι ποσοτικά. Η εκπαίδευση δεν είναι στους στόχους τους.
Εδώ και χρόνια οι μισθοί μας μειώνονται συνεχώς. Είμαστε η ‘εύκολη λεία’ του φοροεισπρακτικού κράτους μας. Από την άλλη γίνεται συστηματική απαξίωση του έργου μας. Ζητούν την αξιολόγησή μας. Αδιαφορούν για τα σχολειά που κρυώνουν. Για τους μισθούς πείνας. Για τη συνεχή επιμόρφωσή μας. Για την ανυπαρξία ικανού κοινωνικού δικτύου που θα βοηθά στο δύσκολο έργο μας ( ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, λογοθεραπευτές κ.λπ.).
Ναι, γνωρίζω πόσο δύσκολα τα βγάζουμε πέρα με τις οικογενειακές μας υποχρεώσεις. Με την πληρωμή των φόρων.
Εδώ και λίγες μέρες όμως ενημερώθηκα από φίλη Νηπιαγωγό για το οικογενειακό δράμα που παίχτηκε και παίζεται στην τάξη της, τη θέα ενός σκελετωμένου μικρού παιδιού, ηλικίας 6 χρόνων, που μετά από απουσία πολλών ημερών εμφανίστηκε στο Νηπιαγωγείο σε άθλια κατάσταση. Αδυνατισμένο, καχεκτικό, με τρέμουλο σε όλο του το σώμα.
Οι γονείς αυτού του μικρού παιδιού είναι άνεργοι. Ζουν σε μια τρώγλη. Τους λείπει ακόμη και το ψωμί. Κυριολεκτικά πεινούν. Το διαπίστωσα και η ίδια μετά από επίσκεψη στο σπίτι τους. Όμως δεν είναι μόνο αυτό το παιδί που υποσιτίζεται. Πολλά ακόμη παιδάκια που φοιτούν σε σχολεία και Νηπιαγωγεία, κυρίως του κέντρου των Τρικάλων, ζουν κάτω από δραματικές συνθήκες.
Φίλοι μου, ήρθε νομίζω η ώρα να αφήσουμε στην άκρη για λίγο τα δικά μας προβλήματα και να ‘δούμε’ πιο προσεκτικά αυτές τις περιπτώσεις.
Δεν είμαστε απλοί υπάλληλοι που κάνουμε τη γραφική δουλειά μας και κάπου εκεί τελειώνουμε.
Δεν μπορούμε να αδιαφορήσουμε άλλο πια.
Δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλο πια.
Είμαστε δάσκαλοι, εκπαιδευτικοί, παιδαγωγοί. ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ! Θα επιτρέψουμε να καταστραφούν αυτά τα παιδιά; Θα επιτρέψουμε να χαθεί το μέλλον της πατρίδας μας; Θα αδιαφορήσουμε;
Προτείνω κάποιες δράσεις σ΄ αυτό το σημείο. Όμως θεωρώ ότι εδώ καθοριστικό και συντονιστικό ρόλο μπορεί και ΠΡΕΠΕΙ να παίξει ο Σύλλογος Δασκάλων- Νηπιαγωγών του νομού μας.
Έτσι: 1). Να γίνει με απόλυτη εχεμύθεια και προσοχή μια πρώτη καταγραφή και διασταύρωση πληροφοριών για όλα τα παιδιά που κυριολεκτικά πεινούν, μετά από συνεργασία Διευθυντών – Συλλόγων Διδασκόντων.
2). Οι Σύλλογοι Δασκάλων – Νηπιαγωγών να συλλέξουν αυτά τα στοιχεία και στη συνέχεια να δημιουργηθεί μια ομάδα εκπαιδευτικών, η οποία να μπορεί να έρθει σε επαφή με διάφορους φορείς και οργανισμούς για τη συνεχή βοήθεια αυτών των παιδιών. Π.χ, μπορούν να έρθουν σε επαφή με τα μεγάλα σούπερ μάρκετ, τους εμπορικούς συλλόγους, τον Φαρμακευτικό Σύλλογο, τον Ιατρικό Σύλλογο, την Εκκλησία, τη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, τη Νομαρχία, τους Δήμους, το Κέντρο Κοινωνικής Παρέμβασης, την Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας.
Ο καθένας μας μόνος του ΔΕΝ μπορεί να σηκώσει το βάρος της βοήθειας που χρειάζεται να δοθεί προς αυτούς τους συνανθρώπους μας.
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ όμως, οργανωμένα, μπορούμε να φτιάξουμε ένα πετυχημένο και αποτελεσματικό δίκτυο παροχής, φροντίδας και συναισθηματικής στήριξης αυτών των παιδιών.
Αυτές είναι οι δικές μου προτάσεις και σκέψεις. Περιμένω όμως και τις δικές σας.
ΠΟΛΛΑ ΜΥΑΛΑ ΠΟΛΛΕΣ ΙΔΕΕΣ
Με εκτίμηση
Νικολαϊδου Αικατερίνη
Διευθύντρια Σχολείου Γόμφων».
Ο Μαύρος Καβαλάρης
| Μαλούχος Γεώργιος Π.
(ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ To Vima online: 06/03/2013)
|
Πέθανε πάμφτωχος σε ένα δυάρι πάνω σε ένα ράντζο. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, αρνήθηκε να του φέρουν κρεβάτι λέγοντας ότι «τόσοι άνθρωποι μένουν σε παράγκες, εγώ θα έχω κρεβάτι;». Ο αδελφός του, σε μεγάλη ηλικία, χρειάστηκε να δουλέψει και πήγε στου Φιξ παγοπώλης. Τον ρώτησαν αν είχε συγγένεια με τον τρεις φορές πρωθυπουργό της Ελλάδας. Απάντησε «ναι, αλλά μην το πείτε ότι σας το είπα, γιατί θα με αναγκάσει να φύγω»…
Αξίζει να θυμηθεί κανείς τον Νικόλαο Πλαστήρα φέτος που συμπληρώνονται εξήντα χρόνια από το θάνατό του και, ειδικά σήμερα, ογδόντα χρόνια από το πραξικόπημά του το 1933, ένα από τα πολλά του ελληνικού Μεσοπολέμου. Ηταν μια μορφή που μπορεί να διδάξει πολλά με κυριότερα την ανιδιοτέλεια της προσφοράς στα κοινά, αλλά και, με αφορμή εκείνο το κίνημα, το πώς οι ακραίες πολιτικές συνθήκες μπορούν να οδηγήσουν ακόμα κι έναν τόσο μεγάλο πατριώτη, που είχε προσφέρει τεράστιες υπηρεσίες στην πατρίδα, να κάνει και μεγάλα λάθη.
Ο Πλαστήρας ήταν από τους μεγαλύτερους ήρωες αξιωματικούς των Βαλκανικών Πολέμων, της εμπλοκής της Ελλάδας στον Πρώτο Παγκόσμιο, της Μικρασιατικής Εκστρατείας – έγινε θρύλος ως «Μαύρος Καβαλάρης» όλων αυτών των αγώνων.
Πρωτοστάτησε στην Εθνική Αμυνα του Βενιζέλου στον Διχασμό, ήταν κεντρικός παράγοντας της Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, κράτησε, με πρωταγωνιστή τον Θεόδωρο Πάγκαλο, όρθια την Ελλάδα μέσα από τη Στρατιά του Εβρου που έδωσε στον Ελευθέριο Βενιζέλο ένα πολύ μεγάλο και αποτελεσματικό όπλο στη Συνθήκη της Λωζάννης.
Στο κοινωνικό πεδίο, ήταν ο άνθρωπος που μοίρασε τη γη των μεγάλων τσιφλικιών στους αγρότες, εφαρμόζοντας μια πραγματικά πρωτοπόρα, επαναστατική κοινωνική πολιτική. Σαν σήμερα, το 1933, ο Πλαστήρας κάνει κίνημα εναντίον του Τσαλδάρη ο οποίος είχε μόλις κερδίσει τις εκλογές: η ιστορία, δεν του συγχώρεσε, και δικαίως, εκείνο το κίνημα. Αποτυγχάνει και διαφεύγει στο εξωτερικό. Από τη Γαλλία, το 1937, ξεκινά τον αγώνα κατά της δικτατορίας Μεταξά.
Επέστρεψε στη μεταπολεμική Ελλάδα και προσπάθησε να αποτρέψει τον Εμφύλιο Πόλεμο. Δεν τα κατάφερε. Επί πρωθυπουργίας του η Ελλάδα έγινε μέλος του ΝΑΤΟ. Εδωσε ψήφο στις γυναίκες, ενώ έκανε πολλά, που λίγοι τα πρόσεξαν, για να επουλώσει τις μετεμφυλιακές πληγές. Το παλάτι δεν συμφωνούσε με την πολιτική της συμφιλίωσης: δεν επέτρεψε κανένα από τα μέτρα που ο Πλαστήρας ήθελε να λάβει, όπως την κατάργηση των στρατοδικείων, την απελευθέρωση των εκτοπισμένων, την κατάργηση της θανατικής ποινής. Παρά τη θέλησή του και τη διακηρυγμένη αντίθεσή του, επί πρωθυπουργίας του εκτελέστηκε ο Νίκος Μπελογιάννης. Ηδη πολύ άρρωστος, κατέρρευσε όταν έμαθε την είδηση – είχαν λειτουργήσει άλλοι, εξωθεσμικοί πόλοι εξουσίας…
Σήμερα ουδείς τον θυμάται. Αυτό, δεν είναι φυσικά πρόβλημα για τον ίδιο. Μήπως είναι όμως για τη χώρα;
Posted in Iστορία, Έλληνες, Ελλάδα
Tagged Μικρασιατική Εκστρατεία, Νικόλαος Πλαστήρας, Ο Μαύρος Καβαλάρης, Πρώτος Παγκόσμιος, Συνθήκη της Λωζάννης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: To Vima online, 29/01/2012