Ένα άγαλμα για τον Στάλιν;

Του Peter Singer*

Ο Χίτλερ και ο Στάλιν υπήρξαν ανηλεείς δικτάτορες που διέπραξαν αμέτρητες δολοφονίες. Ωστόσο, ενώ είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς την ανέγερση ενός αγάλματος του Χίτλερ στο σημερινό Βερολίνο ή οπουδήποτε αλλού στη Γερμανία, αγάλματα του Στάλιν αναστηλώνονται στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Γεωργία, ενώ ετοιμάζεται και η ανέγερση ενός ακόμα στη σύγχρονη Μόσχα.

Πρόσφατα δείπνισα σε ένα ρωσικό εστιατόριο στη Νέα Υόρκη, γεμάτο με ενθυμήματα της σοβιετικής εποχής, ανάμεσά τους και πολλές φωτογραφίες του Στάλιν. Στην ίδια πόλη υπάρχει και ένα μπαρ με διακόσμηση που περιστρέφεται γύρω από την KGB. Απ’ όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει στην Νέα Υόρκη «θεματικό» εστιατόριο για τη ναζιστική εποχή, για την Γκεστάπο ή για τα SS.

Γιατί λοιπόν ο Στάλιν αντιμετωπίζεται πιο ευνοϊκά σε σχέση με τον Χίτλερ; Μια εξήγηση προσπάθησε να δώσει πρόσφατα ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν. Μιλώντας για το σχετικά με τα σχέδια του Κρεμλίνου να αναγείρει το νέο άγαλμα του Στάλιν, αναφέρθηκε στον άγγλο πολιτικό και στρατιωτικό Ολιβερ Κρόμγουελ αναρωτώμενος «ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον Στάλιν και τον Κρόμγουελ;» Κατόπιν έσπευσε να απαντήσει ο ίδιος στην ερώτηση του, λέγοντας «απολύτως καμία», περιγράφοντας τον Κρόμγουελ ως έναν «πονηρό τύπο που έπαιξε έναν αμφιλεγόμενο ρόλο στην βρετανική ιστορία».

Ωστόσο, σε αντίθεση με τον Κρόμγουελ, ο Στάλιν ήταν υπεύθυνος για την εξόντωση μεγάλου αριθμού σοβιετικών πολιτών. Σύμφωνα με τον Τίμοθι Σνάιντερ, συγγραφέα του «Bloodlands», πάνω από δύο εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν στα σοβιετικά γκούλαγκ κι άλλο ένα εκατομμύριο εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια της εποχής του Μεγάλου Τρόμου στα μέσα και τα τέλη της δεκαετίας του 1930.

Αλλα πέντε εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν από τη πείνα μεταξύ 1930-1933, εκ των οποίων τα 3.3 εκατ. ήταν Ουκρανοί. Συνολικά, ο Σνάιντερ υπολογίζει πως τα θύματα του Στάλιν είναι λίγο λιγότερα από 20 εκατομμύρια, αριθμός τρομακτικός και σχεδόν ίσος με εκείνον όσων ανθρώπων εξόντωσαν οι Ναζί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αν υπάρχει κάτι «αμφιλεγόμενο» για το μακάβριο αυτό ρεκόρ του Στάλιν, δεν είναι άλλο από την παρουσία του κομμουνισμού, που σε κάποιους βγάζει από μέσα μας τα πιο ευγενή συναισθήματα, καθώς μιλάει για την απόλυτη παγκόσμια ισότητα και για το τέλος της φτώχειας. Αυτή η ιδέα δεν υπάρχει στον ναζισμό, που δεν νοιαζόταν για τίποτα άλλο, παρά μόνο για το καλό μιας συγκεκριμένης φυλετικής ομάδας και εμφορείτο από μίσος και απέχθεια για όλες τις υπόλοιπες φυλές.

Και πάλι όμως, ο κομμουνισμός υπό τον Στάλιν ήταν το ακριβώς αντίθετο, καθότι έδωσε την απόλυτη εξουσία σε λίγους κι εκλεκτούς και στέρησε τα δικαιώματα από τους περισσότερους. Επίσης, παρά το ότι πολλοί υπερασπίζονται τον Στάλιν επειδή απώθησε την ναζιστική εισβολή και τελικά κατατρόπωσε τον Χίτλερ, δεν πρέπει να ξεχνάνε μερικά γεγονότα: πως οι σταλινικοί διωγμοί στη σοβιετική στρατιωτική ηγεσία κατά τη διάρκεια της εποχής του Μεγάλου Τρόμου αποδυνάμωσαν τον Κόκκινο Στρατό, πως η υπογραφή του Γερμανοσοβιετικού Συμφώνου Μη Επιθέσεως [Σύμφωνο Μολότωφ - Ρίμπεντροπ] στις 23 Αυγούστου 1939 άνοιξε ουσιαστικά το δρόμο για το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τον Σεπτέμβριο του 1939, ενώ η ανικανότητα του να διαβλέψει την ναζιστική απειλή το 1941 άφησε τη Σοβιετική Ένωση απροετοίμαστη στην επίθεση του Χίτλερ.

Είναι αλήθεια πως ο Στάλιν οδήγησε τη χώρα του νικήτρια από τον πόλεμο και σε μια θέση παγκόσμιας κυριαρχίας που όμοια της δεν είχε ξαναγνωρίσει στο παρελθόν. Αντιθέτως, ο Χίτλερ άφησε τη Γερμανία κατεστραμμένη, υπό εχθρική κατοχή και χωρισμένη στα δυο.

Οι άνθρωποι τείνουν να ταυτίζονται με τη χώρα τους και να θαυμάζουν εκείνους τους ηγέτες που την άφησαν σε θέση ισχύος. Κι αυτός είναι μάλλον κι ο λόγος που οι Μοσχοβίτες είναι περισσότερο διατεθειμένοι να αποδεχτούν την παρουσία ενός αγάλματος του Στάλιν, απ’ ότι οι Βερολινέζοι ένα αντίστοιχο άγαλμα του Χίτλερ.

* Ο Peter Singer είναι καθηγητής Βιοηθικής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, στις ΗΠΑ. © ΤΟΒΗΜΑ – ΤΗΕ PROJECT SYNDICATE

Posted in Ιστορία | Tagged , , , ,

ΣΥΡΙΖΑ ή Μέρκελ…

Του Αλέξη Τσίπρα*

«Ή με τον ΣΥΡΙΖΑ ή με την κ. Μέρκελ»

«Η επίσκεψη Μέρκελ στην πρωτεύουσα των μνημονίων, επαναφέρει στο προσκήνιο το αδιέξοδο που δημιούργησαν όσοι παρέλαβαν την Ευρώπη των λαών και την μετέτρεψαν σε εργαλείο των αγορών. Οι αρχικές διακηρύξεις και προθέσεις πολύ γρήγορα μπήκαν στο συρτάρι. Αντικαταστάθηκαν από συνθήκες που εξυπηρετούσαν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και όχι τους ευρωπαϊκούς λαούς. Το χειρότερο όλων σε αυτήν την μακρά πορεία μετάλλαξης, είναι ότι το κέντρο λήψης των αποφάσεων έφυγε από τους πολίτες και τις κυβερνήσεις και μεταφέρθηκε σε τεχνοκράτες, κλειστά συμβούλια και κερδοσκόπους. Πρωταγωνιστές αυτής της Ευρώπης-καζίνο είναι οι δύο μεγάλες «πολιτικές οικογένειες» της Ευρώπης. Λαϊκό κόμμα και (πρώην) Σοσιαλιστές συμπεριφέρθηκαν ως ιδιοκτήτες όχι ενός κοινού μέλλοντος, αλλά ως χρηματιστηριακοί σύμβουλοι και νεοφιλελεύθεροι ταλιμπάν.

Σήμερα η Ευρώπη της κ. Μέρκελ, δεν εμπλέκεται απλά στην δίνη της κρίσης, είναι η δημιουργός και επιταχυντής της κρίσης. Το «επ’ ωφελεία των λαών» έχει αντικατασταθεί με το «επ’ ωφελεία των αγορών». Το κοινό νόμισμα από εργαλείο της ευρωπαϊκής ενοποίησης μετατράπηκε σε όχημα της γερμανικής ηγεμονίας.

Η κυρία Μέρκελ έρχεται να κάνει προεκλογική εκστρατεία για τον εκλεκτό της στην Ευρώπη και τον προστατευόμενο της στην Ελλάδα. Η κ. Μέρκελ θα δει μία πόλη-φάντασμα, αστυνομοκρατούμενη, με απαγορευμένες και κόκκινες ζώνες. Δεν θα δει τα αποτελέσματα της πολιτικής της.

Η Ελλάδα βιώνει την μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Η μνημονιακή πολιτική κατάφερε το χρέος από 120% του ΑΕΠ το 2010,να βρίσκεται σήμερα στο 175%. Η ανεργία από 10% να εκτιναχθεί στο 30%. 3,5 εκατομμύρια Έλληνες είναι ανασφάλιστοι, χωρίς πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική φροντίδα. Η μεσαία τάξη, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούσαν τον βασικό πυρήνα της ελληνικής οικονομίας, κατέρρευσαν.

Φτωχοποιήθηκαν και έχουν φτάσει στα όρια της εξαθλίωσης τα εργατικά στρώματα. Ο αγροτικός τομέας δέχεται την μεγαλύτερη επίθεση των τελευταίων δεκαετιών από τα καρτέλ και τις πολυεθνικές. Η χώρα μετά από εξήντα χρόνια βρίσκεται μπροστά σε ένα κύμα μετανάστευσης νέων,της πιο μορφωμένης γενιάς που είχε αυτός ο τόπος.

Την καλώ τις λίγες ώρες που θα μείνει στην Αθήνα, να μην περιοριστεί στα καλά λόγια προς τον κ. Σαμαρά, ούτε να περιορίσει τις συναντήσεις της με επιχειρηματίες. Καλό θα ήταν να επισκεφθεί ένα νοσοκομείο για να διαπιστώσει την τριτοκοσμική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο νευραλγικός τομέας της υγείας. Καλύτερο θα ήταν να επισκεφτεί ένα σχολείο για να δεί σε τι συνθήκες δάσκαλοι και καθηγητές προσπαθούν να κάνουν μάθημα σε υποσιτιζόμενα παιδιά. Καλύτερα θα ήταν να περπατήσει ένα κεντρικό δρόμο για να δεί τα λουκέτα στα καταστήματα. Ή να επισκεφτεί μία δομή αλληλεγγύης και ένα κοινωνικό ιατρείο, ώστε με τα μάτια της να διαπιστώσει το μέγεθος της ανθρωπιστικής κρίσης.

Η κ. Μέρκελ πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης με καθεστώς εκτάκτου ανάγκης. Ο πρωθυπουργός της δεν έρχεται, ούτε μιλά στη Βουλή. Το δεξί του χέρι συνομιλεί και διαπραγματεύεται με τους νεοναζί. Η διαπλοκή εξασφαλίζει και διευρύνει τα συμφέροντα και την ατιμωρησία της. Το εργατικό δίκαιο αντικαταστάθηκε από το εργοδοτικό δίκαιο. Νομοσχέδια εκατοντάδων σελίδων, με ένα μόλις άρθρο, ψηφίζονται στη Βουλή με την διαδικασίας του κατεπείγοντος, χωρίς ουσιαστική συζήτηση. Μεγάλοι δημόσιοι οργανισμοί και δημόσια περιουσία παραχωρούνται σε ιδιώτες σε εξευτελιστικές τιμές.

Δεν χωρά αμφισβήτηση ότι η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού σε δύο ζητήματα συμφωνεί απόλυτα.

Υπάρχουν εκκρεμότητες μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας. Ο κ. Σαμαράς δεν θα τις θέσει στο τραπέζι. Το ζήτημα του κατοχικού δανείου και των πολεμικών αποζημιώσεων δεν έχει λήξει. Ούτε ο ελληνικός λαός, ούτε η επόμενη κυβέρνηση της Ελλάδας, έχει σκοπό να απεμπολήσει οικονομικά δικαιώματα και αυτό το ιστορικό χρέος.

Η Ελλάδα δικαιούται ίση αντιμετώπιση. Δίκαιη αντιμετώπιση. Ότι ίσχυσε για την Γερμανία το 1953, πρέπει να ισχύσει και για την δική μας το 2014. Η Ευρώπη αν θέλει να ανακαλύψει τον εαυτό της, αν θέλει να επιστρέψει στις ρίζες της, πρέπει για την Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες του νότου, να αλλάξει πολιτική. Να τερματίσει την λιτότητα, να δώσει τέλος στα δάνεια που εξυπηρετούν παλαιότερα δάνεια, να προχωρήσει σε γενναίο κούρεμα του χρέους και αποπληρωμή του υπολοίπου με ρήτρα ανάπτυξης. Η Ευρώπη πρέπει επιτέλους να ανακαλύψει ξανά την Δημοκρατία. Πρέπει να αποφασίσει ότι θα σώζει ανθρώπους και λαούς και όχι τις τράπεζες.

Απέναντι σε αυτήν την Ευρώπη κάστρο της κ. Μέρκελ, που λειτουργεί ως χορηγός του ευρωσκεπτικισμού και της νεοναζιστικής απειλής, υπάρχει η πραγματική Ευρώπη. Που βάζει τους ανθρώπους πάνω από τα κέρδη. Η δική μας Ευρώπη είναι στον αντίποδα της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας και του αυταρχισμού. Είναι η Ευρώπη της δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους. Η Ευρώπη του διαφωτισμού και της επιστημονικής και τεχνολογικής επανάστασης. Είναι η Ευρώπη του διεθνισμού, της οικολογίας και του φεμινισμού.

Αυτή η Ευρώπη, των κινημάτων και της προόδου, του κόσμου της εργασίας και του πολιτισμού, βρίσκει την έκφρασή της στην παρουσία, την δράση και τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Σε όλη την Ευρώπη, τα τελευταία χρόνια ένα τεράστιο ρεύμα αντίστασης και ανυπακοής, με μαζικούς και αμεσοδημοκρατικούς όρους, έδωσε μάχη ενάντια στα μνημόνια και την τρόικα, απέναντι στις ορέξεις των αγορών. Υπερασπίστηκε τον δημόσιο χώρο και τον δημόσιο πλούτο απέναντι στις ορέξεις του κερδοσκοπικού ιδιωτικού κεφαλαίου.

Στις επερχόμενες ευρωεκλογές η ευρωπαϊκή αριστερά δεν θα αφήσει την ευκαιρία να πάει χαμένη. Δεν θα αφήσει τεχνοκράτες και ιεροκήρυκες να κάνουν τα πολιτικά και κερδοσκοπικά τους παιχνίδια χωρίς αντίπαλο. Για πρώτη φορά διεκδικεί την προεδρία της Κομισιόν. Διεκδικεί να ακουστεί η φωνή του κόσμου της εργασίας. Το δίλημμα είναι ξεκάθαρο. Αλλά είναι η πρώτη φορά που το δίλημμα το βάζουν οι λαοί και όχι το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο. Με την Ευρώπη ή με την γερμανική Ευρώπη; Με την κυριαρχία των αγορών ή με την Ευρώπη των λαών; Με την πολιτική του τρίπτυχου «λιτότητα-ύφεση-ανεργίας» ή με την Ευρώπη της ανάπτυξης και των εργαζομένων;

Και στην Ελλάδα το δίλημμα γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο. Είναι η μόνη θετική εξέλιξη από την επίσκεψη Μέρκελ. . Όποιος πιστεύει ότι η καγκελάριος έχει κάνει ορθές επιλογές κατά τη διάρκεια της κρίσης μπορεί να ψηφίσει τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ του κ. Βενιζέλου. Όποιος πιστεύει ότι αυτή η πολιτική είναι καταστροφική θα συνταχθεί με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ. Όποιος θεωρεί ότι μπορεί να συνεχιστεί αυτή η πολιτική απάτη των στημένων εξόδων στις αγορές μπορεί να στηρίξει τον κ. Σαμαρά και τους προστάτες του. Οι υπόλοιποι έχουν μόνο μία επιλογή που είναι πραγματικά αντισυστημική και ριζοσπαστική. ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς σε όλη την Ευρώπη».

*Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ. Άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών.
Posted in Πολιτική, Kοινωνία | Tagged , , , , , , , ,

Δέκα προτεραιότητες. Πώς μπορεί να ξαναμπεί στο παιχνίδι της προόδου η μεταμνημονιακή Ελλάδα;

Του Ηλία Μόσιαλου

Καθώς η δανειακή σύμβαση εκπνέει και σε μικρό διάστημα και όροι όπως «Μνημόνιο» ή «τρόικα» μάλλον θα περάσουν στην Ιστορία, εμφανίζονται μπροστά μας σοβαρά ερωτήματα: Ποιο (κοινωνικό) κράτος θέλουμε; Τι θεσμούς πρέπει να έχουμε; Ποιο πολιτικό σύστημα μας αρμόζει; Ποια οικονομία; Αν δεν θέλουμε να μείνουμε πίσω πρέπει να επεξεργαστούμε ταχύτατα και να εφαρμόσουμε πολιτικές μεταρρύθμισης και ανάπτυξης.

Tέτοιες κατευθύνσεις ανά τομέα είναι οι εξής:

1. Οικονομία. Απαιτείται μια ουσιαστική Επιτροπή Ανταγωνισμού, που δεν επιτρέπει στα μονοπώλια και ολιγοπώλια να έχουν υπερκέρδη. Δεν επιτρέπει σε συνθήκες κρίσης κλειστές ολιγοπωλιακές δραστηριότητες. Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι τα λεγόμενα κλειστά επαγγέλματα. Εχουμε πολύ περισσότερους γιατρούς, δικηγόρους, φαρμακοποιούς, αρχιτέκτονες, ταξιτζήδες από ό,τι έχει οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο ανά 1.000 κατοίκους. Το ζητούμενο είναι η ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών και ο ανταγωνισμός στις τιμές.

2. Φορολογία. Χρειαζόμαστε σύγχρονο φορολογικό σύστημα, που όμως αποκλείεται να το φτιάξει ο μηχανισμός του υπουργείου Οικονομικών, που δεκαετίες τώρα παράγει δαιδαλώδεις φορολογικές νομοθεσίες. Τρεις καινούργιες προσεγγίσεις είναι οι εξής: α) Οποιος δημιουργεί έρευνα και ανάπτυξη στη χώρα και θέσεις εργασίας, πληρώνει λιγότερους φόρους. β) Διαφάνεια κατά περιοχή (κατά κεφαλήν φόρος), επάγγελμα, επιχειρηματικό κλάδο. Το μέσο γι’ αυτό είναι ένας ιστότοπος όλων των περιοχών και των επαγγελμάτων. γ) Ο ίδιος ή άλλος ιστότοπος πρέπει να περιλάβει τις επιχειρήσεις: τζίρο, κέρδη, ζημίες, καθώς και τις δράσεις κοινωνικής ευθύνης, δηλαδή τι κάνει για όλους μας. Βοηθά μια εταιρεία σχολεία; Δίνει υποτροφίες σε παιδιά ανέργων; Επίσης, αν μια επιχείρηση έχει ζημίες 20 χρόνια και συνεχίζει να επιχειρεί, αυτό σημαίνει «δημιουργική λογιστική» και απόκρυψη κερδών.

3. Ασφαλιστικό. Πλήρως ανταποδοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, με φορολογικές απαλλαγές για μεγαλύτερη αποταμίευση και επενδύσεις για μελλοντική σύνταξη. Ταυτόχρονα, διακοπή επιδότησης ασφαλιστικών εισφορών με «κοινωνικούς» πόρους γιατί έτσι δημιουργούνται ανισότητες μέσω των ελαφρύνσεων που δίνει το ασφαλιστικό σύστημα υπέρ συγκεκριμένων ομάδων.

4. Διοικητική αποκέντρωση. Εχουμε 13 περιφέρειες με πάνω από 750 εκλεγμένους περιφερειακούς συμβούλους και, ταυτόχρονα, επτά αποκεντρωμένες διοικήσεις (κρατικές περιφέρειες) με ισάριθμα περιφερειακά συστήματα υγείας. Πρέπει η βάση να είναι οι μεγαλύτερες περιφέρειες: με μικρότερα περιφερειακά συμβούλια (επτά περιφέρειες, με 30 συμβούλους καθεμία) με περισσότερες αρμοδιότητες για τους συμβούλους, με περισσότερη αποκέντρωση πόρων και θέσπιση τοπικής φορολογίας, για να επιτευχθεί άμεση λογοδοσία των εκλεγμένων περιφερειαρχών στις τοπικές κοινωνίες. Αυτό βέβαια προϋποθέτει συνταγματική αναθεώρηση.

5. Δημόσια εκπαίδευση. Εχουμε μαζική δημόσια εκπαίδευση, αλλά υστερούμε σε ποιότητα και αιμορραγούμε λόγω φοιτητικής μετανάστευσης. Αξιοποιώντας το ότι βρισκόμαστε σε ένα από τα καλύτερα σημεία του κόσμου και το ότι πολλοί Ελληνες έχουν σπουδάσει σε καλά πανεπιστήμια, πρέπει να κάνουμε την ανώτατη εκπαίδευσή μας ελκυστική ώστε η Ελλάδα να προσελκύει τη διανόηση, την παραγωγή γνώσης αλλά και ξένους φοιτητές. Αυτό προϋποθέτει αλλαγές στη διοικητική δομή, ορθολογικές συγχωνεύσεις και, κυρίως, στην εκλογή των πανεπιστημιακών, όπου πρέπει να πρυτανεύουν τα πιο υψηλά ακαδημαϊκά κριτήρια.

6. Υγεία. Σήμερα κυριαρχεί η πολυδιάσπαση. Εχουμε 130 νοσοκομεία και 2.000 κλινικές, που πολλές διατηρούνται λόγω πελατειακών κριτηρίων. Υπάρχουν νομοί με τρία και τέσσερα νοσοκομεία, ασυντόνιστα. Στις μεγαλύτερες μονάδες, η οργάνωση της Υγείας είναι πράγματι καλύτερη και αποτελεσματικότερη, γιατί έτσι οι γιατροί εκπαιδεύονται πληρέστερα και αποκτούν περισσότερη πείρα. Επομένως οι πολίτες καταλαβαίνουν καλύτερα και πιέζουν στην πράξη για συγχωνεύσεις, οι πολιτικοί είναι που περί άλλα τυρβάζουν.

7. Διοίκηση. Πρέπει να διατυπωθούν σοβαρά, αντικειμενικά και ανταποδοτικά κριτήρια για την αποκατάσταση της ιεραρχίας στον δημόσιο τομέα. Η ανάληψη των μεγάλων δημόσιων αξιωμάτων θα πρέπει να αποφασίζεται με απόλυτη αξιοκρατία από ένα Σώμα που θα υπερβαίνει την κυβέρνηση.

8. Δικαιοσύνη. Και εδώ πρέπει να ισχύει η επιλογή από ανεξάρτητα Σώματα, γιατί η επιλογή από τον υπουργό Δικαιοσύνης είναι εντελώς αναχρονιστική.

9. Πολιτικό σύστημα. Να θεσπιστεί το ασυμβίβαστο υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας ώστε να επέλθει πραγματικός διαχωρισμός της εκτελεστικής εξουσίας από τη νομοθετική, η Βουλή να δυναμώσει και ο ρόλος του κάθε βουλευτή να αναβαθμιστεί. Παράλληλα, να ψηφιστεί εκλογικός νόμος που θα μειώσει τις ανισότητες που δημιουργεί ο παρών.

10. ΜΜΕ. Πρέπει να επεξεργαστούμε μέτρα που να τα αναβαθμίζουν προς το ποιοτικότερο και το επαρκέστερο. Ζητείται πρώτα και κύρια μια ισχυρή δημόσια τηλεόραση, εξορθολογισμένη, πλουραλιστική, πολυφωνική και ορθολογική.
Oι πολίτες περιμένουν ουσιώδεις και συγκεκριμένες προτάσεις. Δεν υπάρχουν πια περιθώρια για διεκπεραίωση και διαχείριση, οι μεταρρυθμιστικές αλλαγές πρέπει να επέλθουν.

Δημοσιεύτηκε στα “ΝΕΑ” στις 26/3

Posted in Ελλάδα, Οικονομία, Πολιτική, Kοινωνία | Tagged , , , , , , , , , ,

Χάμπερμας: Για μια ισχυρή Ευρώπη – τι σημαίνει όμως αυτό;

Με άρθρο-παρέμβαση στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος αναφέρεται στις σκληρές θεραπείες που επιβλήθηκαν σε χώρες της Ευρώπης με κόστος την πολιτική υποβάθμιση και ταπείνωση ολόκληρων λαών. Και επισημαίνει πως ειναι προς το εθνικό συμφέρον των Γερμανών να μη γυρίσουν ξανα στην ημι-ηγεμονική. 24/03/14

Του Γιούργκεν Χάμπερμας 

(Επιμέλεια: Τάσος Τσακίρογλου / Μετάφραση: καθηγητής Θεόδωρος Γεωργίου)

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μια αυξανόμενη δυσαναλογία ανάμεσα σε μια συστημικά ομογενοποιημένη παγκόσμια κοινωνία και τον κατακερματισμό του κόσμου των κρατών, ο οποίος παραμένει απαράλλαχτος. Αυτό οδηγεί σε δύο σημαντικά προβλήματα. Τα κράτη που ενσωματώνουν τη θέληση και συνείδηση των πολιτών τους αποτελούν όπως πάντα τις μοναδικές συλλογικότητες, οι οποίες στη βάση της δημοκρατικής διαμόρφωσης της βούλησης των πολιτών μπορούν να δρουν αποτελεσματικά και να επηρεάζουν συνειδητά τις κοινωνίες τους. Όμως υποπίπτουν έτσι όλο και περισσότερο σε λειτουργικούς συσχετισμούς, οι οποίοι διαπερνούν τα εθνικά σύνορα. Προ πάντων παγκοσμιοποιημένες αγορές και ψηφιακές συνδέσεις πλέκουν, κατά μια έννοια πίσω από την πλάτη αυτών των συλλογικών δρώντων, αλληλεξαρτήσεις με τη μορφή δικτύων. Απέναντι στις πολιτικά ανεπιθύμητες συνέπειες αυτής της συστημικής ολοκλήρωσης προβάλλει η ανάγκη καθοδήγησης, την οποία τα εθνικά κράτη ακόμα δεν μπορούν να ικανοποιήσουν. Οι πολιτικοί και πολίτες αντιλαμβάνονται αυτή την απώλεια της ικανότητάς τους να δράσουν και «γαντζώνονται» όλο και πιο πολύ στην ψυχολογικά κατανοητή, ωστόσο παράδοξη στην ουσία άμυνά τους, το εθνικό κράτος και τα προ πολλού «διάτρητα» σύνορά του.

Επίκαιρα παραδείγματα υπερβολικών αξιώσεων από το εθνικό κράτος αποτελούν η υποστήριξη, την οποία ζητά η Γαλλία στην Κεντρική Αφρική από τους εταίρους της στην Ε.Ε. ή η μάταιη προσπάθεια της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Γερμανίας να συνάψει αντικατασκοπική συμφωνία με τις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή η αποφυγή από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να νομοθετήσει για την επίτευξη εθνικών στόχων όπως της συμμόρφωσής της σε πολιτικές για την κλιματική αλλαγή, είναι ένα από τα πολλά δείγματα μιας μοιραίας παλινδρόμησης στο εθνικό κράτος. Κυριολεκτικά το κενό πεδίου δράσης στο εθνικό επίπεδο μπορεί να αναπληρωθεί μόνο σε υπερεθνικό επίπεδο. Αυτό συντελείται εξάλλου με τη μορφή των διακρατικών συνεργασιών: Με τον γρήγορο πολλαπλασιασμό του αριθμού των σημαντικών διεθνών οργανισμών εντωμεταξύ διαμορφώθηκε μια μορφή διακυβέρνησης πέρα από το εθνικό κράτος, η οποία υπό την έννοια της διακυβέρνησης αποθεώνεται ως μια σημαντική κατάκτηση. Ωστόσο αυτές οι διεθνείς συμπράξεις εκπίπτουν σε σημαντικό βαθμό του δημοκρατικού ελέγχου(1). Μια εναλλακτική λύση αποτελεί ο σχηματισμός υπερεθνικών κοινοτήτων, οι οποίες ακόμα και χωρίς να προσλαμβάνουν τη γενική μορφή κράτους, μπορούν να ικανοποιήσουν ουσιαστικά τα δημοκρατικά κριτήρια της νομιμοποίησης. Καθώς μόνος του αυτός ο δρόμος, τον οποίο διαβήκαμε με τη δημιουργία της Ε.Ε., μπορεί να οδηγήσει σε μια δι-εθνικοποίηση της δημοκρατίας(2) είναι ήδη δικαιωμένο το εγχείρημα της Ε.Ε. για λόγους δημοκρατικής αυτοεπιπεβαίωσης, απέναντι στους κανονιστικά ανθεκτικούς καταναγκασμούς μιας έως τώρα μόνο συστημικά δικτυωμένης παγκόσμιας κοινωνίας.

Για μια ευρωπαϊκή ρύθμιση – ενάντια σε μια δημοκρατία- «βιτρίνα»

Όποιος δεν θέλει να δημιουργηθεί μια σύγχρονη δημοκρατία-«βιτρίνα», πρέπει να στρέψει το βλέμμα του στην ατζέντα εκείνης της παγκόσμιας οικονομικής πολιτικής, από την οποία σήμερα εξαρτάται πρωταρχικά το πεδίο δράσης για μια πολιτική επιρροή στις κοινωνικές υπαρξιακές προϋποθέσεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας πολιτών. Ο νεοφιλελευθερισμός θέτει ένα κράτος δικαίου χωρίς κοινωνικό κράτος στη θέση της δημοκρατίας. Όσο θλιβερό και αν είναι αυτό, τα κράτη του Ευρώ δεν αξιοποιούν καν τη δυνατότητα κοινής θέσης στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα ώστε να ασκηθούν πολιτικές πιέσεις στην κατεύθυνση μιας παγκόσμιας πολιτικής τάξης, που να ικανοποιεί τα συμφέροντά τους.

Το σκληρά αποδοκιμαζόμενο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο θεμελιώνεται στην εσωτερική συσχέτιση κοινωνικού κράτους και δημοκρατίας. Αυτή η συσχέτιση είναι βέβαιο ότι θα διαρραγεί εάν δεν αντιστραφεί η εμπειρικά καταγεγραμμένη τάση της διαρκούς αύξησης της κοινωνικής ανισότητας που καταγράφεται εδώ και δύο δεκαετίες στα βιομηχανικά κράτη. Η κίνηση προς διχοτόμηση της κοινωνίας συνδέεται παρεμπιπτόντως με την ανησυχητική τάση μιας όλο και πιο έντονης πολιτικής παραλυσίας και αποξένωσης από τους ψηφοφόρους κύρια εκείνους που προέρχονται από μη- προνομιούχες τάξεις. Αυτό σημαίνει ότι συνδέεται με τη διάβρωση της έννοιας της ίσης εκπροσώπησης όλου του εκλογικού σώματος και όλων των συμφερόντων μέσα σε αυτό(3).

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς υποστηρικτής των μαρξιστικών αρχών για να αναγνωρίσει ως βασική αιτία αυτής της εξέλιξης την ανεξέλεγκτη λειτουργία του καπιταλισμού των χρηματοπιστωτικών αγορών (4) και με αυτό τον τρόπο να συμπεράνει ότι είναι αναγκαίο να επιβάλουμε τη ρύθμιση του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος καταρχήν σε μια οικονομική ζώνη τουλάχιστον της σημασίας και του μεγέθους της ευρωζώνης (5). Πρώτα απ’ όλα η εύρυθμη λειτουργία των ευρωπαϊκών τραπεζών, οι οποίες δεν μπορούν πια να επενδύσουν κερδοφόρα το εικονικό, αποκομμένο από την πραγματική οικονομία κεφάλαιο-«φούσκα», είναι αυτή που απαιτεί μια κοινή ευρωπαϊκή λύση(6). Και εκτός από τα γνωστά θύματα στις χώρες της κρίσης, τα οποία γνωρίζουμε ήδη τώρα, μένει να διαπιστώσουμε στο τέλος της κρίσης ποιος θα έχει πληρώσει τη νύφη. Ακόμα και αυτό εξαρτάται από την πολιτική την οποία θα επιλέξουμε σήμερα.

Αυτές οι σημειώσεις θα πρέπει απλώς να μας παρακινήσουν να υιοθετήσουμε μια συγκεκριμένη προοπτική, η οποία θα μας βοηθήσει να αναγνωρίσουμε τη σημασία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Ως κομμάτι αυτής της προοπτικής θα πρέπει να λάβουμε υπόψη αρχικά τους σύνθετους κινδύνους, στην αποφυγή των οποίων μπορεί να συμβάλει μια ισχυρή Ευρώπη. Η συνέχιση της ευρωπαϊκής ενοποίησης μπορεί σήμερα να θεωρηθεί περισσότερο αμυντική παρά επιθετική, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να βασίζεται στα οράματα της χειραφέτησης, τα οποία μέσω κάποιου είδους διαισθητικής απόδειξης είχαν εμπνεύσει στο παρελθόν τις ευρωπαϊκές συνταγματικές αλλαγές-οράματα, όπως αυτά που στηρίζουν τώρα την επανάσταση στις αραβικές, ανατολικοευρωπαϊκές ή ασιατικές χώρες, όπου η αγανάκτηση μεγαλώνει. Οι ευρωπαϊκοί λαοί έχουν καλούς λόγους να θέλουν μια πολιτική ένωση, όμως το συνεπακόλουθο αυτού, να επεκτείνουν τον οικείο χώρο τους για να μοιραστούν έναν άλλο ενιαίο χώρο με άλλα έθνη, μοιάζει να τους είναι μακρινό. Επιπλέον οι πράξεις αλληλεγγύης προϋποθέτουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη, ότι η άλλη πλευρά θα συμπεριφερθεί στο μέλλον ανάλογα. Η σπασμωδική διαχείριση της κρίσης έχει κλονίσει αυτή την αδύναμη εμπιστοσύνη ακόμη περισσότερο.

Έτσι δεν προσφέρονται για τη συνέχιση της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης θέματα προεκλογικού ενδιαφέροντος, τα οποία θα μπορούσαν να σταθούν μόνα τους (ακόμα και αν πετυχαίνει το ρητορικό ταμπεραμέντο του Μάρτιν Σουλτς να μεταφέρει εν μέρει στους ακροατές του την επαναστατική διάθεση του 1848). Ο Κλάους Όφφε έχει περιγράψει την «παγίδα» στην οποία το ευρωπαϊκό εγχείρημα μοιάζει να είναι στάσιμο ανάμεσα στις «οικονομικές πιέσεις» και αυτού που είναι «πολιτικά εφικτό»(7) . Αυτό το δίλημμα αποτελεί εξάλλου συνέπεια της παράλειψης των ευρωπαϊκών ελίτ, να συμπεριλάβουν τους λαούς έγκαιρα στη διαδικασία της ενοποίησης. Συνεπακόλουθα πέφτει σήμερα μεγάλο βάρος της ευθύνης για αναδρομική ενημέρωση των πολιτών κύρια στα πολιτικά κόμματα και τα μέσα.

Η ημι-ηγεμονική στάση της Γερμανίας και ο κίνδυνος μιας γερμανικής Ευρώπης

Αρκούμαι στο σημείο αυτό να αιτιολογήσω την ανάγκη πολιτικής αλλαγής με τρία κρίσιμα, αλλά μέχρι σήμερα αποσιωπημένα προβλήματα. Πρώτον, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας, από τον Μάιο του 2010 έχει παίξει με σθένος τον ρόλο του ημι-ηγεμόνα της Ευρώπης και με αυτό τον τρόπο έχει επιδράσει δυναμικά στην ευρωπαϊκή εσωτερική πολιτική. Αυτός ο ρόλος της δεν μπορεί πλέον με ετεροχρονισμένους κατευνασμούς να ανακοπεί. Επιπλέον η διαχείριση της κρίσης οδήγησε τα τελευταία χρόνια στη διεύρυνση των θεσμικών αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η οποία μεγαλώνει σημαντικά το ήδη υπαρκτό έλλειμμα νομιμοποίησης στην Ε.Ε. και με αυτό τον τρόπο ενισχύει τις τάσεις εθνικών αντιστάσεων. Βασικά το ανησυχητικό σε αυτή την πολιτική, την οποία επιδιώκει να προωθήσει η συμμαχία(8) , είναι ότι δεν αγγίζει τις αιτίες της κρίσης.

Ο κίνδυνος μιας «γερμανικής Ευρώπης»

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση με τη μεγάλη οικονομική της βαρύτητα και τη διαπραγματευτική της ισχύ στις άτυπες διαπραγματεύσεις στο ευρωπαϊκό συμβούλιο επέβαλε τις γερμανικές θέσεις, οι οποίες διακατέχονταν από τις αρχές του Ordoliberalism, για την αντιμετώπιση των κρίσεων. Έτσι εξανάγκασε τις μαστιζόμενες από την κρίση χώρες σε τεράστιες μεταρρυθμίσεις, χωρίς να αναλαμβάνει συνολικά την ευρωπαϊκή ευθύνη για τις δραστικές συνέπειες μιας τέτοιας κοινωνικά μονόπλευρης πολιτικής λιτότητας(9). Σε αυτή τη στάση απέναντι στους πιο αδύναμους εταίρους της αντικατοπτρίζεται μια αλλαγή αντίληψης. Η πετυχημένη επανένωση της Δυτικής Γερμανίας των 17 εκατ. πολιτών, οι οποίοι συμμετείχαν σε μια διαφορετική πολιτική κοινωνικοποίηση, είχε επαναφέρει πράγματι στους Γερμανούς μια ξεχασμένη αίσθηση, αυτή της κανονικότητας του γερμανικού εθνικού κράτους. Αυτή η αποκατάσταση παλαιότερων πλευρών της συλλογικής συνείδησης μετατόπισε τη σημασία, την οποία είχε κάποτε η ευρωπαϊκή ενοποίηση για τους πολίτες της πρώην BRD στον επαναπροσδιορισμό της πολιτικά και ηθικά κατεστραμμένης διεθνούς φήμης της(10).

Και όμως το ζήτημα δεν αφορά μόνο το στιλ. Είναι προς το δικό μας εθνικό συμφέρον να μη γυρίσουμε ξανά στην ημι-ηγεμονική θέση της Γερμανίας, η οποία είχε ανοίξει τον δρόμο για δύο παγκόσμιους πολέμους και που με την ευρωπαϊκή ενοποίηση είχε επιτέλους ξεπεραστεί. Χωρίς μια πανευρωπαϊκά αναγνωρίσιμη πολιτική αλλαγή δεν θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε την καλή θέληση των γειτόνων μας, την οποία θέσαμε σε κίνδυνο με μια υπεροπτική πολιτική για την κρίση. Ναι μεν πρέπει να κάνουμε το πρώτο βήμα για μια πιο στενή συνεργασία, από την άλλη όμως να δείξουμε την προθυμία μας να αποβάλουμε με δομικό τρόπο τον ηγετικό ρόλο της Γερμανίας και σε μια δίκαιη σχέση με τα μικρότερα κράτη, να συμμετέχουμε σε περισσότερες πρωτοβουλίες από κοινού και από την ίδια θέση ισχύος με την Γαλλία. Η κριτική αντιπαράθεση του Φραντς Βάλτερ Στάινμαγερ για το ενδεχόμενο μιας στενότερης διεθνούς κινητοποίησης αποτελεί τη λυδία λίθο. Ο τόνος, με τον οποίο τοποθετήθηκε ανοιχτά η Ούρσουλα φον ντερ Λέγεν σε αυτή την αντιπαράθεση απέναντι στον Γιόακιμ Γκάουκ στη διάσκεψη για την ασφάλεια του Μονάχου(11), κάνει συνολικά τη διαφορά. Πιο προκλητικά τίθεται το ερώτημα: Πρέπει να επανέλθει η έννοια του εκ νέου συστημένου εθνικού κράτους ως τέτοια πρωταρχικά υπό ένα πρίσμα ασφάλειας-πολιτικής στο διεθνές προσκήνιο; Ή μήπως πρέπει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο πλαίσιο μιας κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής να κινητοποιηθεί πιο δραστικά από ό,τι μέχρι σήμερα, έτσι ώστε να επιβάλει το ισχύον δίκαιο της διεθνούς κοινότητας στις περιοχές της κρίσης;

Το διευρυμένο έλλειμμα νομιμοποίησης της Ε.Ε. 

Το οξυμένο έλλειμμα νομιμοποίησης. Τα νέα δεδομένα που προέκυψαν από τη διαχείριση της κρίσης απαιτούν μια επιπρόσθετη νομιμοποίηση του εν τω μεταξύ άτυπα διευρυνόμενου πεδίου δράσης της Επιτροπής, του Συμβουλίου και της ΕΚΤ. Προέκυψαν περισσότεροι συσχετισμοί δυνάμεων(12) όπου όμως σε κάθε περίπτωση το Ευρωκοινοβούλιο, ακόμα και εκεί που είχε ρόλο να διαδραματίσει στη νομοθετική διαδικασία, δεν φαίνεται να είχε καμία συμμετοχή στην αργή και αθόρυβη ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των οργάνων της Ε.Ε.(13):

- Το σύμφωνο για τη δημοσιονομική πολιτική από τις 2 Μαρτίου 2012 είναι μια σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο σύμβαση ανάμεσα στις χώρες- μέλη της Ε.Ε. (εξαιρουμένης της Μ. Βρετανίας), οι ρυθμίσεις του οποίου πρέπει να έχουν ενσωματωθεί έως την 1η Ιανουαρίου 2019 στο δίκαιο της Ε.Ε. Αυτό το παράξενο σύμφωνο είναι προϊόν της γερμανικής δυσπιστίας. Ως ασφαλιστική δικλίδα διατυπώνει για μία ακόμα φορά προ πολλού ειλημμένες αποφάσεις της Ε.Ε. σχετικά με τα επιτρεπτά όρια των κρατικών ελλειμμάτων και του ύψους του χρέους –μαζί με την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση μη-τήρησης– στο εθνικό συνταγματικό δίκαιο των κρατών. (Όπου για την ανακοπή του χρέους και παρόμοιων οδηγιών γίνεται λόγος για παραμέτρους μιας συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής, αποδίδεται σε αυτές η σημασία πολιτικής απόφασης που πρέπει προβλεφθεί και από το σύνταγμα!)

- Με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης τα μέλη της ΟΝΕ δημιούργησαν ένα εργαλείο χρηματοδότησης για κρατικούς προϋπολογισμούς εκτός στόχων, όπου τα όργανα του εν λόγω μηχανισμού δεν υπόκεινται σε κανέναν κοινοβουλευτικό έλεγχο. Διότι η μορφή του διεθνούς αυτού συμφώνου δεν αφήνει περιθώριο για τη δημοκρατική νομιμοποίηση αυτής της βαθύτερης συνεργασίας των κρατών, παρ” όλο που τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει, άρχισαν να προκύπτουν με τη δημιουργία της ΟΝΕ.

- Ουσιαστικές ρυθμίσεις του δημοσιονομικού συμφώνου συμπεριλαμβάνονταν ήδη στο περιβόητο Six-Pack (Πακέτο των 6), το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 13 Δεκεμβρίου 2011 με τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωκοινοβουλίου με την προβλεπόμενη διαδικασία νομοθέτησης. Οι διατάξεις του εμβαθύνουν στη διακυβερνητική συνεργασία επιδιώκοντας τους αναθεωρημένους στόχους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Εκτός αυτού καθιερώνουν ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για καθολικές δημοσιονομικές ανισορροπίες. Τα όργανα της Ε.Ε. δεν διαθέτουν νομιμοποίηση γι” αυτές τις εκτεταμένες αρμοδιότητες. Διότι η Κομισιόν μπορεί να παρέμβει πλέον προληπτικά, ελεγκτικά και διορθωτικά σε ό,τι αφορά τον σχεδιασμό εθνικών προϋπολογισμών, παρ” όλο που εξουσιοδοτείται να το πράξει μόνο από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και ελέγχεται μόνο κατά τη διεξαγωγή της παρέμβασής της, και ενώ το Κοινοβούλιο απλώς ενημερώνεται γι’ αυτές τις διαδικασίες, εφόσον το ζητήσει.

- Τέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν μπορεί να διαδραματίσει ρόλο αντίβαρου στο ισχυρό Eurogroup του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Χωρίς τη δημιουργία μιας μόνιμης επιτροπής για τα μέλη της ΟΝΕ, το Κοινοβούλιο δεν θα μπορέσει ποτέ να ασκήσει σωστά τις ούτως ή άλλως εξαιρετικά αδύναμες ελεγκτικές του αρμοδιότητες.

Ανέφικτη μια λειτουργική νομισματική ένωση χωρίς πολιτική ένωση

Το πρόβλημα-ταμπού μιας νομισματικής ένωσης χωρίς πολιτική ένωση.
Τα προαναφερόμενα προβλήματα, τόσο ο κλονισμός της πολιτικής ισορροπίας στην Ευρώπη όσο και το έλλειμμα νομιμοποίησης στη διαδικασία αυτο-ενίσχυσης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και οι διευρυμένες εξουσίες της Επιτροπής, ενισχύουν στις Βρυξέλλες τις φωνές υπέρ της ομοσπονδιοποίησης και ασκούν με αυτό τον τρόπο φυγόκεντρες δυνάμεις στην προοπτική μιας επιστροφής στο εθνικό κράτος. Στην κοινή γνώμη των κρατών-μελών προωθείται δυσπιστία και αρνητισμός μέσα από τον διαχωρισμό της Ευρώπης σε κράτη δανειστές και δανειζόμενους. Η εκατέρωθεν στρεβλή αντίληψη της χυδαία διαφορετικής μοίρας που έχει για τα κράτη η κρίση παγιώθηκε και στη Γερμανία μέσα από μια λανθασμένη προσέγγιση των αιτιών που οδήγησαν σε αυτή. Διότι με εξαίρεση την ελληνική περίπτωση, η άμεση αιτία για την υπερχρέωση των κρατών ήταν ο ιδιωτικός δανεισμός και όχι ,όπως πιστεύεται, η δημοσιονομική πολιτική των κυβερνήσεων.(14)

Προπάντων όμως αποδίδεται στην αποκλειστική επικέντρωση στην προβληματική του δημόσιου χρέους των κρατών, ότι η διαχείριση της κρίσης ουσιαστικά παραβλέπει μέχρι σήμερα το πραγματικό δομικό πρόβλημα. Σαφώς η κρίση χρέους των κρατών μπόρεσε να αναχαιτιστεί, επειδή η ΕΚΤ με σκοπό να αποφευχθεί το ενδεχόμενο στάσης πληρωμών υιοθέτησε με πειστικό τρόπο μια κοινή ευθύνη, δηλαδή έδωσε στην Ένωση την απούσα έως τότε δημοσιονομική της κυριαρχία. Όμως το έλλειμμα αρμοδιότητας της ΕΚΤ για την επιστροφή των χρημάτων δεν είναι το πραγματικό δομικό λάθος της νομισματικής ένωσης. Εδώ και καιρό πολιτικοί οικονομολόγοι υπογραμμίζουν τις άριστες προϋποθέσεις που κάνουν την ευρωζώνη κατάλληλη για να σχηματίσει μια κοινή νομισματική περιοχή. (15) Εξαιτίας των διαφορών στους ισολογισμούς των διαφορετικών εθνικών οικονομιών τα ενιαία επιτόκια παραπλανούν τις κυβερνήσεις. One size for all fits none (το ένα μέγεθος για όλους δεν κάνει σε κανέναν). Οι δημοσιονομικές επιδόσεις δομικά διαφορετικών οικονομιών θα τείνουν σε ακόμα μεγαλύτερες αποκλίσεις αν δεν υπάρξει μια κοινή οικονομική διακυβέρνηση.

Γι” αυτό τον λόγο η γραμμή που ακολουθεί η Γερμανία –μια αυστηρή πολιτική φιλική για τις επενδύσεις-, η οποία επιβάλλει στις χώρες της κρίσης παράλληλα με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση και την αγορά εργασίας να υιοθετήσουν μια πολιτική λιτότητας εις βάρος μισθών, κοινωνικών παροχών, δημόσιων υπηρεσιών και κρατικών υποδομών, είναι άκρως αντιπαραγωγική. Αντί αυτού θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί το δομικό λάθος της ίδιας της ύπαρξης μιας νομισματικής κοινότητας χωρίς να υφίσταται πολιτική ένωση. Χωρίς θεσμικό πλαίσιο για μια κοινώς συμφωνημένη δημοσιονομική και οικονομική πολιτική (με συνέπειες όσον αφορά σε μια κοινή κοινωνική πολιτική) θα αυξάνονται οι δομικές ανισορροπίες ανάμεσα στις διαφορετικές οικονομίες. Η πολιτική της σταθεροποίησης τροφοδοτείται από τη λάθος υπόθεση ότι οι χώρες της κρίσης θα μπορούσαν με τις δικές τους δυνάμεις να ανακτήσουν τις επιδόσεις τους απέναντι στις πιο ανταγωνιστικές χώρες, παρότι είναι εγκλωβισμένες όσον αφορά το πεδίο δράσης της δημοσιονομικής πολιτικής και της χάραξης του προϋπολογισμού τους.

Δεν είμαι οικονομολόγος, αλλά με εντυπωσιάζει η σήμερα υπερισχύουσα θέση, ότι αυτή η παραχώρηση της εθνικής κυριαρχίας αποτελεί δημιούργημα της φαντασίας. Για τον λόγο αυτό δεν θα πρέπει το σχήμα της μετατόπισης των προβλημάτων στους ώμους των χωρών της κρίσης (μέσω δανείων) να συγχέεται με την αρχή της επικουρικότητας, δηλαδή της ανάληψης αρμοδιοτήτων, οι οποίες μπορούν να γίνουν καλύτερα κατανοητές στα κατώτερα επίπεδα ενός πολυεπίπεδου πολιτικού συστήματος. Αντί να επιβάλλονται όροι στις εθνικές κυβερνήσεις και να αντιμετωπίζονται οι πολίτες μιας δημοκρατικής κοινής συλλογικότητας σαν άτακτα παιδιά, πρέπει το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού να αποφασίσουν για τις κατευθυντήριες γραμμές της δημοσιονομικής, οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Απέναντι στην καχυποψία ότι περισσότερη αλληλεγγύη στην Ευρώπη οδηγεί σε κερδοσκοπία, κατ’ επέκταση στην επιβράδυνση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, μπορεί κανείς να αντιπαραθέσει ότι ούτε και οι τεχνοκρατικοί ελιγμοί είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικοί. Κανένας δεν μπορεί να πιέσει τις ανυπάκουες κυβερνήσεις να ακολουθήσουν τις προτάσεις της Επιτροπής εάν οι ίδιες δεν το θέλουν. Και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων πράγματι δεν το θέλουν.(16) Η αποτελεσματική εφαρμογή ρεαλιστικών προγραμμάτων μπορεί μονάχα να εξασφαλίσει μια δημοκρατικά νομιμοποιημένη νομοθετική διαδικασία. Για την περίπτωση μιας νομισματικής ένωσης που μετεξελίσσεται σε πολιτική ένωση αποκλειστικά και μόνο η προτεραιότητα του ευρωπαϊκού δικαίου έναντι του εθνικού δεν επαρκεί. Διότι απλώς καθιστά περιττά το φόβητρο της ηθικής και τους τεχνητούς μηχανισμούς κυρώσεων στο πλαίσιο περίτεχνων στη σύλληψή τους δομών δικαίου.(17)

Ενάντια στον φαύλο κύκλο της ριζοσπαστικοποίησης

Η συνέχιση της μέχρι σήμερα ακολουθούμενης πολιτικής πρέπει να ριζοσπαστικοποιήσει τον φαύλο κύκλο που αντανακλάται ανάμεσα στα τρία προαναφερόμενα προβλήματα. Όσο περισσότερες εξουσίες αποκτούν το Συμβούλιο και η Επιτροπή στην πορεία προς την επιβολή μιας πολιτικής σταθεροποίησης τόσο περισσότερο η διακυβέρνηση πίσω από κλειστές πόρτες καθιερώνει στη συνείδηση των πολιτών την ελλειμματική νομιμοποίηση της υπερτροφικής τεχνοκρατίας. Και τόσο βαθύτερα παγιδεύεται η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Γερμανίας στο δίλημμα της ημι-ηγεμονικής της θέσης: Οι ενδοευρωπαϊκές εντάσεις οξύνονται επειδή αντικειμενικά αποδίδεται στη Γερμανία όλο και πιο μεγάλη πολιτική ευθύνη για κάθε βήμα διακυβερνητικής συνεργασίας με τις γειτονικές της χώρες, οι οποίες της αναθέτουν την επιφανειακά κυρίαρχη μοίρα τους.

Εν τω μεταξύ η σκληρή θεραπεία που επιβλήθηκε με την αδιαλλαξία, με κόστος την πολιτική υποβάθμιση και την ταπείνωση ολόκληρων λαών(18) και την κοινωνική κατάρρευση γενεών, κοινωνικών στρωμάτων και ολόκληρων περιοχών, άφησε τόσο τις οικονομίες των χωρών της κρίσης να συρρικνωθούν, ώστε «τα άλογα να πιουν ξανά» (οι επενδυτές να επιστρέψουν). Όμως ακόμα και ο αρχισυντάκτης ενός όχι και τόσο φιλοευρωπαϊκού οικονομικού εντύπου προειδοποιεί τις πολιτικές ελίτ να μην εφησυχάσουν παραμερίζοντας τα ουσιαστικά προβλήματα(19) . Δεν αρκεί να ενισχυθεί νομικά και τεχνοκρατικά το πολιτικό μοντέλο της σταθεροποίησης. Όπως και να το πάρει κανείς, μια αλλαγή πολιτικής, η οποία θα περιλαμβάνει μεταβίβαση των εξουσιών πέρα από τα εθνικά σύνορα, είναι εκπρόθεσμο μέτρο. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πρέπει να αποφασίσει εάν πρέπει να προτείνει στις υπόλοιπες κυβερνήσεις της ευρωζώνης για δικό τους μακροπρόθεσμο συμφέρον τη μετεξέλιξη της νομισματικής κοινότητας σε μια «Ένωση του Ευρώ».(20)

Μόνο αυτή μπορεί να πάρει αυτή την πρωτοβουλία. Μόνο αυτή είναι σε θέση να προσφέρει κάτι ουσιαστικό στη Γαλλία και στον Ευρωπαϊκό Νότο, όπου η ιδέα μιας διευρυμένης ενοποίησης δεν είναι αποδεκτή με ενθουσιασμό. Βεβαίως με ένα τέτοιο σημάδι θα προκαλούσε μια πολύ μακρά και σύνθετη διαδικασία. Και εξάλλου το σημάδι αυτό θα ήταν πιστευτό μόνο εάν με αυτό (α) αποδεχόμασταν την Ευρώπη των δύο ταχυτήτων, (β) αποφεύγαμε την ιδέα της διακυβερνητικότητας, (γ) προωθούσαμε ένα ευρωπαϊκό σύστημα πολιτικών κομμάτων και (δ) αποχωριζόμασταν το μοντέλο ευρωπαϊκής διακυβέρνησης των ελίτ. (Μια γραμματική παρατήρηση: Το «πρέπει» που χρησιμοποιείται στις επόμενες προτάσεις είναι το λογικό Πρέπει των συνεπειών, οι οποίες θα προέκυπταν από τη βούληση για την αναγκαία αλλαγή πολιτικής).

Βήματα προς τα εμπρός

(α) Οι υπάρχοντες ευρωπαϊκοί θεσμοί πρέπει να αλλάξουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαμορφωθεί μια «Ένωση του Ευρώ», η οποία θα είναι ανοιχτή στη διεύρυνση με την είσοδο και άλλων κρατών στο Ευρώ (προπαντός της Πολωνίας). Μια ένωση, η οποία αποτελείται από πυρήνα και περιφέρεια, μπορεί και να ικανοποιήσει τα βρετανικά αιτήματα για την επιστροφή συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων στα κράτη-μέλη, όπως επίσης να προσεγγίσει αποτελεσματικά αμφιλεγόμενα αιτήματα εισόδου σε αυτήν (π.χ. της Τουρκίας). Πολύ πιο αποτελεσματικά τουλάχιστον από ό,τι το μπορεί τώρα στο πλαίσιο των υφιστάμενων ευρωπαϊκών συμφωνιών. Μια αλλαγή του πρωτογενούς δικαίου, για την οποία υπάρχουν ήδη καλά διατυπωμένες προτάσεις(21), θα ήταν ωστόσο μόνο τότε εφικτή, εάν είχε προηγηθεί αλλαγή πολιτικής η οποία θα αποφασιζόταν εντός του Eurogroup.

(β) Η διακυβερνητική μέθοδος, η οποία ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης, πρέπει να απορριφθεί προς όφελος της κοινοτικής μεθόδου. Ενώ η διάσκεψη των αρχηγών κρατών, οι οποίοι νομιμοποιούνται αποκλειστικά από τους ψηφοφόρους των χωρών τους, είναι προσαρμοσμένη στα μέτρα της διαπραγμάτευσης και των συμβιβασμών μεταξύ άκαμπτων εθνικών συμφερόντων(22), η διαμόρφωση της πολιτικής βούλησης σε ένα Ευρωκοινοβούλιο, που αποτελείται από κοινοβουλευτικές ομάδες, καθιστά εφικτή την εξισορρόπηση εθνικών συμφερόντων με τη γενίκευση των συμφερόντων έξω από τα εθνικά σύνορα.

(γ) Οι επικείμενες ευρωεκλογές προσφέρουν για πρώτη φορά τη δυνατότητα πολιτικοποίησης της ατζέντας με φόντο την αμφιλεγόμενη ευρωπαϊκή διαχείριση της κρίσης. Χωρίς αυτή την πολιτικοποίηση δεν μπορούν να υπάρξουν ευρωεκλογές αν θέλουμε αυτές να έχουν την ποιότητα δημοκρατικών εκλογών – και δεν έχουν υπάρξει στην ουσία ποτέ. Μόνο οι κοινοί υποψήφιοι και οι κοινές λίστες μπορούν να κάνουν ορατά τα διαφορετικά προγράμματα πέρα από τα εθνικά σύνορα –και μαζί τις ίδιες τις εναλλακτικές των εκλογών. Με αυτό ως αφετηρία θα πρέπει να ακολουθήσει ένα ευρωπαϊκό εκλογικό δικαίωμα. Και από το χαλαρό σύστημα των κομμάτων θα πρέπει να εξελιχθεί ένα ευρωπαϊκό σύστημα κομμάτων.

(δ) Τέλος, θα πρέπει οι πολιτικές ελίτ να προετοιμαστούν για το τέλος του βολέματός τους: Πρέπει να αποχαιρετίσουν την τακτική της απομόνωσης της ευρωπαϊκής πολιτικής τους από τα εθνικά εκλογικά κοινά (η αντιδημοκρατική αποκοπή των πολιτικών –policies- από πολιτικούς –politics-), ακριβώς όπως πρέπει και να εγκαταλείψουν το λαϊκιστικό μίγμα των επιθέσεων κατά των Βρυξελλών προς εγχώρια κατανάλωση και της ανούσιας, ασύνδετης με το παραπάνω φιλοευρωπαϊκής ρητορικής του φαίνεσθαι. Παρεκκλίνοντας από τη ρουτίνα τους πρέπει να βλέπουν τη μάχη της κοινής γνώμης όχι μόνο γύρω από το πρίσμα των δημοσκοπήσεων, αλλά με το στόχο να διαμορφώσουν καταρχήν την κοινή γνώμη. Διότι ώς τώρα εμφανίζονται στις εθνικές κοινές γνώμες κυρίως προκαταλήψεις για τις «Βρυξέλλες», ωστόσο δεν είναι ενημερωμένες σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορούν σοβαρά να συναγωνιστούν μεταξύ τους.

Έχουμε την τύχη να έχουμε σήμερα στην Ευρώπη ευφυείς πληθυσμούς και όχι εθνικές μάζες που θα μπορούσαν να πεισθούν ακολουθώντας τις συναισθηματικά φορτισμένες μυθοπλασίες του δεξιού λαϊκισμού. Για μια διεθνική δημοκρατία που θα διατηρεί το επίκεντρό της στα εθνικά κράτη δεν χρειαζόμαστε έναν ευρωπαϊκό λαό, αλλά άτομα, τα οποία έχουν μάθει ότι είναι ταυτόχρονα πολίτες ενός κράτους και Ευρωπαίοι πολίτες. Και αυτοί ακριβώς οι πολίτες μπορούν εύκολα εντός της εθνικής κοινής τους γνώμης, εφόσον και τα Μέσα αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί, να συμμετάσχουν στη διαμόρφωση μιας πανευρωπαϊκής πολιτικής βούλησης. Για το σκοπό αυτό δεν χρειαζόμαστε τίποτα περισσότερο από τις υφιστάμενες εθνικές κοινές γνώμες και τα υφιστάμενα Μέσα. Αυτά τα πολιτικά κυρίαρχα Μέσα πρέπει προπαντός να αναλάβουν μια σύνθετη μετάφραση, μόλις οι εθνικές γνώμες θα έχουν γίνει εξωστρεφείς και ανοιχτές μεταξύ τους. Για να γίνει αυτό πρέπει να αναφέρονται και σε συζητήσεις, οι οποίες διεξάγονται σε άλλες χώρες για θέματα επίκαιρα που αφορούν όλους τους πολίτες της Ένωσης.

……………………………………………………………………………………………………….

1. Το έλλειμμα αυτό αναλύουν για το νομικό μέρος του διεθνούς Δικτύου οι Armin von Bogdany και Ingo Venzke, Στο όνομα τίνος; Διεθνή δικαστήρια στην εποχή της διεθνούς διακυβέρνησης (In wessen Namen? Internationale Gerichte in Zeiten des globalen Regierens), Βερολίνο 2014. Γενικάσχετικάμεαυτό, βλ. Jürgen Habermas, Σημειώσεις σχετικά με μια θεωρία του δικαίου και του δημοκρατικού κράτους δικαίου, στο: Στον στρόβιλο της Δημοκρατίας (Im Sog der Demokratie), Βερολίνο 2013, σελ. 67-81, εδώ S. 77.

2. Η συνεισφορά της ΕΕ στην διεθνικοποίηση της δημοκρατίας είναι το αντικείμενο της μελέτης μου στο: Jürgen Habermas, Περί Ευρωσυντάγματος (Zur Verfassung Europas), Βερολίνο 2011.

3. Armin Schäfer, Απελευθέρωση, ανισότητα και δυσαρέσκεια για τη δημοκρατία (Liberalisation, Inequality and Democracy’s Discontent). Στο : Armin Schäfer και Wolfgang Steeck (Εκδ.), Πολιτικές στην εποχή της λιτότητας (Policies in the Age of Austerity) , Κέμπριτζ (Η.Β.) 2013, σελ. 196-218, και του ιδίου: Ο απέχων από τις εκλογές είναι ο μέσος πολίτης (Der Nicht- Wähler als Durchschnittsbürger), στο: Evelyn Bytzek και Sigrid Roßteutscher (Εκδ.), Ο άγνωστος ψηφοφόρος (Der unbekannte Wähler), Φρανκφούρτη α.Μ. 2013, σελ. 133-154.

4. Wolfgang Streeck, Αγορασμένος χρόνος. Η καθυστερημένη κρίση στον καιρό του δημοκρατικού καπιταλισμού (Die vertagte Krise des demokratischen Kapitalismus), Βερολίνο 2013.

5.  Οι εντυπωσιακές αποφάσεις, τις οποίες συνέταξε η πρώτη διάσκεψη κορυφής G-20 τον Νοέμβριο 2008 υπό το πρίσμα της κρίσης των τραπεζών, η οποία μόλις είχε ξεσπάσει, έμειναν δυστυχώς χωρίς εφαρμογή, καθώς δεν επαρκούν διεθνείς συμφωνίες μεταξύ κρατών χωρίς προηγούμενη θεσμοποίηση της συμφωνίας διαφορετικών συμφερόντων. Απέναντι στις προσταγές των αγορών, οι οποίες αντανακλούν τα συμφέροντα των κρατών μεταξύ τους, μια πολιτική μπορεί μόνο τότε να είναι αποτελεσματική, εφόσον θεμελιώνεται στην συμμετοχή θεσμών για τη γενίκευση των συμφερόντων, που σημαίνει, με την οικοδόμηση υπερεθνικών φορέων δράσης.

6.  Christoph Deutschmann, Γιατί δεν πίνουν τα άλογα; (Warum trinken die Pferde nicht?), Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ), 25.09.2013.

7. Claus Offe, ΗΕυρώπηστηνπαγίδα. (Europa in der Falle), Blätter, 1/2013, σελ. 67-80.

8.  Δύο (προφανώς από την πλευρά της CDU εισηγμένες) προτάσεις στο κομμάτι της ευρωπαϊκής πολιτικής του συμφώνου της κυβερνητικής συμμαχίας θέτουν την κυβέρνηση ενώπιον της συνέχισης της στρατηγικής της για την διαχείριση της κρίσης: «Η αρχή, ότι κάθε κράτος-μέλος είναι υπεύθυνο για την αξιοπιστία του, πρέπει να διατηρηθεί. Κάθε μορφή συλλογικοποίησης των κρατικών χρεών πιθανόν να απέβαινε επικίνδυνη για τις εθνικές πολιτικές σε κάθε ένα κράτος χωριστά.» Με αυτό επιχειρείται μια λάθος ερμηνεία των αιτιών της κρίσης και συντηρείται για τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης μια επίπλαστη αίσθηση κυριαρχικότητας, η οποία χλευάζει το πραγματικό πεδίο δράσης και απόφασης στις χώρες της κρίσης.

9.  «Η καταστροφή του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής διάσωσης των τραπεζών- Η Γερμανία αρνείται την δημιουργία κοινού ταμείου». «Η Γερμανία εμποδίζει την κοινή δράση διάσωσης της Ελλάδας- Η μαντάμ ΟΧΙ υπαγορεύει την ευρωπαϊκή πολιτική της κρίσης», «Η Γερμανία προσπαθεί να ξανακερδίσει τον έλεγχο της πολιτικής για τη διάσωση του Ευρώ και να εμποδίσει συλλογικοποίηση της κρίσης στο ευρωπαϊκό επίπεδο», «Η μονάρχης- Άνγκελα Μέρκελ κυβερνά την Ευρώπη». Αυτοί (με χρονολογική σειρά) είναι οι τίτλοι των κεφαλαίων στην έκθεση που έγραψε για την κρίση η ανταποκρίτρια της Süddeutsche Zeitung στις Βρυξέλλες, Cerstin Gammelin και του ORF- ανταποκριτή στο εξωτερικό, Raimund Löw (Αυτός που χειραγωγεί την Ευρώπη- Europas Strippenzieher, Βερολίνο 2014).

10. Αυτή η αλλαγή νοοτροπίας δεν αντανακλάται μόνο σε ταινίες όπως «Οι πατέρες και οι μητέρες μας (Unsere Väter und unsere Mütter), στην ηρωοποίηση του Heinrich George και σε κυρίαρχα άρθρα ή ομιλίες σχετικά της 20ης Ιουλίου 2013, αλλά και στην έμφαση των αριθμών χρονολογιών των γερμανικών εορτών μνήμης το έτος 2014: Ο συνδεδεμένος με το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς ιστορικός σταθμός της έναρξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πριν από 75 χρόνια εμφανίζεται πολύ πίσω από τα άλλα δύο στοιχεία – πίσω από το «Οι υπνοβάτες» Christopher Clarks για το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου πριν από έναν αιώνα και πίσω από την «Ειρηνική επανάσταση», πριν από 25 χρόνια, σύγκρ. με Volker Ulrich, Και λοιπόν γλιστρούν ξανά (Nun schlittern sie wieder), sto: Die Zeit, 16 Ιανουαρίου 2014, σελ. 17. Με αυτό τον τρόπο προκύπτει αντίφαση στην εντυπωσιακή, υπό τον Πρόεδρο του Bundestag εκδήλωση του Bundestag στις 27 Ιανουαριου 2014 η οποία συνέδεσε τη μνήμη του Άουσβιτς με το έγκλημα πολέμου της συστηματικής λιμοκτονίας της πόλης Λένινγκραντ, το οποίο είχε στόχο τον «εβραϊκό μπολσεβικισμό».

11. Σύγκρινε με την έκθεση του Christoph Hickmann και Paul Anton Krüger σχετικά με την έναρξη της διάσκεψης για την ασφάλεια στην Süddeutsche Zeitung από 1/ 2 Φεβρουαρίου 2014.

12. Δεν μπορώ να υπεισέρθω στον καθοριστικό κατά τη διάρκεια της κρίσης ρόλο της δημοκρατικά ανεξέλεγκτης ΕΚΤ. Με τον άτυπο συμψηφισμό της στο έλλειμμα πανευρωπαϊκής εγγύησης για την επιστροφή των κρατικών δανείων κάλυψε ουσιαστικά το ανήμπορο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Σύγκρινε με: Ulf Meyer Rix, Η κρίση στην ΟΝΕ: Κοινό χρήμα χωρίς κοινή κυριαρχία (Die Krise der Europäischen Währungsunion: Gemeinsames Geld ohne gemeinsame Souveränität), στο: Annegert Eppler και Henrik Scheller (Εκδ.), προς την ιδεολογικοποίηση της ευρωπαϊκής από-ενοποίησης (Zur Konzeptionalisierung europäischer Desintegration), Μπάντεν, Μπάντεν 2014, σελ. 207-232.

13. Στο εξής: Marcus Höreth και Dennis-Jonathan Mann, Το ερώτημα της νομιμοποίησης ως δύναμη ώθησης και απώθησης στην ευρωπαϊκή διαδικασία της ενοποίησης (Die Legitimitätsfrage als Zug- oder Gegenkraft im europäischen Integrationsprozess) στο: Eppler/ Scheller, a.a. O. Σελ. 89-116, Daniela Schwarzer, Ενοποίηση και Από- ενοποίηση στην Ευρωζώνη, ομοίως, 185-206.

14. Daniela Schwarzer, a.a.O. σελ. 185-206, εδώ σελ. 186 και επ.

15. Henrick Enderlein, Εθνική Δημοσιονομική Πολιτική στην ΟΝΕ (Nationale Wirtschaftspolitik in der Europäischen Währungsunion), Φρανκφούρτη α.Μ., 2014. Fritz W. Scharpf, Monetary Union, Fiscal Crisis and the Preemption of Democracy, στο: «Επιστημονικό περιοδικό για το κράτος και τις ευρωπαϊκές επιστήμες» Zeitschrift für Staats u. Europawissenschaften”), 2/2011, σελ. 163-198, του ιδίου, Η οικονομική κρίση της οικονομικής και νομικής υπέρ- ενοποίησης (Die Finanzkrise als Krise der Ökonomischen und rechtlichen Überintegration), στο: Claudio Franzius, Franz C. Mayer και Jürgen Neyer (εκδ.), Σύνορα της ευρωπαϊκής ενοποίησης (Grenzen der europäischen Integration), Μπάντεν Μπάντεν 2014, σελ. 51-60.

16.  Βλ. Gammellin και Löw, τίτλος ομοίως με πάνω, σελ. 81 και επ.

17. Τίποτα δεν θα αλλάξει στο δομικό λάθος μιας νομισματικής ένωσης χωρίς πρότερη πολιτική ένωση ακόμα και αν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ήταν πρόθυμη να στηρίξει τα προγράμματα στήριξης, τα οποία η Κομισιόν είχε προτείνει τον Δεκέμβριο του 2012 ως το επόμενο βήμα με τον τίτλο «Η ιδέα για μια βαθύτερη και πραγματική δημοσιονομική και νομισματική ένωση». Διότι αυτή η πρόταση έκανε τα εθνικά κράτη να μοιάζουν με αιτούντες μπροστά στην Κομισιόν, η οποία τους αντιμετώπιζε μπροστά στα μάτια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σαν να ήταν ένα μικρό διεθνές νομισματικό ταμείο. Το «Όργανο για σύγκλιση και ανταγωνιστικότητα» προβλέπει εξειδικευμένα αναπτυξιακά προγράμματα στη βάση συμφωνιών, οι οποίες διαπραγματεύθηκαν ανάμεσα στις μεμονωμένες χώρες και την Κομισιόν και εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Μια ιδέα για βαθιά και πραγματική οικονομική και νομισματική ένωση: Η έναρξη της ευρωπαϊκής συζήτησης, COM 2012.

18. Εάν διαβάσουμε (στους Gammelin / Löw ομοίως όπως επάνω, σελ. 39-45)με ποιο τρόπο οι Μέρκελ, Σαρκοζί, Ντράγκι και άλλοι ηγέτες των ευρωπαϊκών θεσμών σχεδίαζαν και μεθόδευαν την πτώση των ελληνικών και ιταλικών κυβερνήσεων, θα καταλήξουμε σε ένα σενάριο που θα μπορούσε να είναι πιθανό μόνο επειδή εξυπηρετεί θεωρίες συνωμοσίας.

19. Marc Beise, Μετά τη θύελλα (Nach dem Sturm), Süddeutsche Zeitung, 25-26.1.2014, σελ. 26

20. Η «ομάδα Glienicker», έντεκα διάσημοι από τον πυρήνα της κοινωνίας, οικονομολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, νομικοί, προτείνουν να δημιουργηθεί σε επίπεδο ΕΕ μια πολιτική και ικανή να δράσει οικονομική διακυβέρνηση, η οποία θα πρέπει και να νομιμοποιηθεί δημοκρατικά. Αυτή θα έπρεπε να έχει δικό της προϋπολογισμό και κλιμακούμενο δικαίωμα παρέμβασης στην εθνική αυτονομία κατάρτισης προϋπολογισμών, να διαπραγματεύεται για περιφερειακά αναπτυξιακά προγράμματα, να κλείνει τράπεζες και να εξασφαλίζει στην περίπτωση κρίσης δημόσια αγαθά σε ευρωπαϊκό επίπεδο (περίληψη της πρόσκλησης- έκκλησης στο: Die Zeit, 17.10.2013.

21. Βλ. για μια δημιουργική επεξεργασία των ισχυόντων ευρωπαϊκών συμφωνιών: The Spinelli Group, Bertelsmann Stiftung, A Fundamental Law of the European Union, Gütersloh 2013.

22. Gammelin/ Löw, ομοίως με πάνω, σελ. 10: «Αναλύουμε πως 28 εγωιστές από τα κράτη υπερασπίζονται τα εθνικά τους συμφέροντα στην ευρωπαϊκή σκηνή και πως σε αυτή τη διαδικασία μετατρέπονται στους μεγαλύτερους λομπίστες των χωρών τους».

Τη μετάφραση στα ελληνικά έκανε ο καθηγητής Θεόδωρος Γεωργίου, στον οποίο ο Γιούργκεν Χάμπερμας παραχώρησε τη σχετική άδεια γραπτώς. Το κείμενο δημοσιεύεται στα ελληνικά κατ’ αποκλειστικότητα στην «Εφημερίδα των Συντακτών», όπως ο ίδιος ο Χάμπερμας επιθυμεί.  

Posted in Ευρώπη, Ελλάδα, Πολιτική | Tagged , , , , ,

Όχι στην φιλοσοφία του κενού…

Του Δημοσθένη Δαββέτα

Η σημερινή αντιπολίτευση στηρίζει ως τώρα την στάση της στην μαρξίζουσα λογική ότι όλα είναι χρήμα. Μου παίρνεις κάτι από τον μισθό μου, άρα είσαι «κλέφτης» και εγώ αγανακτώ. Η αγανάκτηση είναι ψεύτικο στοιχείο έλεγε ο Νίτσε. Γιατί δεν δομείται στη λογική. Η λογική της μαρξίζουσας αγανάκτησης είναι το κενό. Που σημαίνει πρακτικά ζούμε μόνο για τις υλικές χρηματικές μας ανάγκες. Και οι αξίες του πνεύματος, ο θεός, η πατρίδα, η οικογένεια, η φύση; Όλα αυτά είναι πολυτέλεια μπροστά στο γεγονός ότι κόπηκαν οι μισθοί. Και όμως αν το προσωπικό θέμα δεν αντιμετωπιζόταν έτσι αλλά σαν θυσία που πρέπει να κάνει ο πολίτης για την χώρα του, η στάση θα ήταν διαφορετική. Γιατί την θέση του «κενού», θα έπαιρνε η πληρότητα, σκέψης και αναγκών πνεύματος και ύλης.

Οι σοφοί πρόγονοί μας το είχαν καταλάβει για αυτό και έδωσαν πρωταρχική θέση στην φιλοσοφία. Τι έλεγε αυτή; Πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί με τους άλλους, με την Φύση. Αυτό είναι ένας ανεκτίμητος θησαυρός. Η ισορροπία, η φιλία, η αδελφότητα, η παρουσία, η πνευματική ανάγκη, δηλαδή ο διάλογος πνευματικού, ανθρώπινου και φυσικού χρόνου, οδηγούν σε μία μορφή ευτυχίας, αυτήν της πληρότητας. Ο Περικλής έφτιαξε ταυτόχρονα την Δημοκρατία και τον Παρθενώνα αφιερωμένα στην θεά της Σοφίας, την Αθηνά. Οραματίστηκε μία κοινωνία όπου οι άνθρωποι θα ζουν συνδυάζοντας πνευματική, υλική και μυστηριακή ζωή. Δόθηκε έτσι δυνατότητα έκφρασης στην φυσική ανθρώπινη ανάγκη για αναζήτηση μέτρου μεταξύ πάθους και λογικής, μεταξύ ζωικών και θεϊκών δυνάμεων.

Η μαρξίζουσα σημερινή ιδεολογία είναι αρρωστημένη. Για αυτήν προέχει μόνο το χρηματικό. Μας ωθεί να ζούμε στο κενό. Και μας λέει ότι ο άνθρωπος είναι ολομόναχος, επιβεβαιώνοντας τον Σαρτρ που έλεγε ότι «ο άνθρωπος εφεύρε τον άνθρωπο». Όχι. Δεν είναι έτσι στους Έλληνες. Στην φιλοσοφία τους η Πόλη, ο Κόσμος, η Φύση, η ισορροπία Ουρανού-Γης, θεατού-αθεάτου, πρότεινε  μία στάση ζωής, όπου η αναζήτηση της πληρότητας ήταν ταυτόχρονα πνευματικός και υλικός όρος για την Σοφία. Οι άθεοι υλιστές δεν το δέχονται αυτό. Θα ήθελαν να εξαφανίσουν τον κόσμο, την Ανθρωπολογία, την Θεολογία. Κι όμως χρειαζόμαστε το ιερό, χρειαζόμαστε την πληρότητα. Οι λάτρεις του «κενού» οι «θεολόγοι» της αθεΐας, κάνουν λάθος. Για αυτό και ο Νίτσε μίλησε για «θάνατο Θεού» όχι δηλαδή για ανυπαρξία του.

Η Φιλοσοφία των Ελλήνων εφεύρε την Δημοκρατία και την ίδια στιγμή την κριτική της. Ο Πλάτων είναι το παράδειγμα. Πρώτος μας προειδοποίησε για την κοινωνία του θεάματος, τον συλλογικό ναρκισσισμό, την δημαγωγία, το απολυταρχικό πάθος του εγώ. Στηρίχτηκε στην θανάτωση του Σωκράτη, που εισήγαγετην δημοκρατία του διαλόγου, που θέλησε να ενεργοποιήσει την «Αγορά», και για αυτό τον σκότωσαν. Σήμερα, που ζούμε τον κυνισμό της μαρξίζουσας αποδόμησης, που όποιος πει ότι αγαπά την πατρίδα ή την θρησκεία, θεωρείται «φασίστας», «αντιδημοκράτης», «αντι-προοδευτικός», από την αριστερόστροφη λογική, η οποία επιτρέπει τα ελεύθερα ήθη αλλά όχι την ελεύθερη σκέψη, σήμερα λοιπόν, να ξαναδιαβάσουμε τους  Έλληνες. Για να χαρούμε την ζωή, να παθιαστούμε με την τέχνη, με την εσωτερική αναζήτηση, την αλληλεγγύη, την συγκίνηση μπροστά στην ομορφιά, την αναζήτηση της αλήθειας, την θεραπεία της πικροχολίας. Για να ξαναβρούμε την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, την ευγνωμοσύνη που είμαστε ζωντανοί, να τιμούμε τα ιερά, την χαρά της δημιουργίας, για να απολαύσουμε το μυστήριο της ενστικτώδους λογικής που ενυπάρχει στην Φύση.

Posted in Πολιτική, Kοινωνία | Tagged ,

Πολιτισμός και Ηθική…

Του Δημοσθένη Δαββέτα

Σε βαθιά κρίση, εδώ και καιρό, Ελλάδα και Ευρώπη ψάχνουν τη θεραπεία μέσα από χρηματοπιστωτικές συνταγές. Παντού αριθμοί και στατιστικές, όλα ξεκινούν και καταλήγουν σε αριθμούς. Μια αριθμοφρενίτιδα περιβάλλει την καθημερινότητα μας στη σύγχρονη παγκοσμιοποίηση. Θύμα αυτής της κατάστασης κι ο πολιτισμός, όπου είτε εκ μέρους των κρατικών θεσμών είτε εκ μέρους των καλλιτεχνών ακούγεται συχνά η δημιουργική δυσπραγία ως αποτέλεσμα έλλειψης «μπάτζετ». Αυτά είναι ψευτοδικαιολογίες.  Γιατί εκτός από ό,τι αγγίζει τις υποδομές, που εκ των πραγμάτων χρειάζονται χρήματα, τα υπόλοιπα, και κυρίως ό,τι αφορά τη δημιουργία, δεν εξαρτώνται κυρίως από χρηματικές δαπάνες. Ο Ζαν Μισέλ Μπασκιά για παράδειγμα, ο σπουδαίος αμερικάνος ζωγράφος, ή ο δικός μας Θεόφιλος αλλά και τόσοι άλλοι ποιητές και καλλιτέχνες δεν περίμεναν να ‘χουν γεμάτη την τσέπη για να γεννήσουν τις μορφές της τέχνης τους. Η ουσία της δημιουργίας, αυτή της τέχνης, θεμελιώνεται στη ζωτική ανάγκη για «λέγειν» του δημιουργού. Αυτή η βαθιά επιθυμία για έκφραση είναι τόσο φυσικά δυνατή όσο φυσικά δυνατός είναι και ο θάνατος. Η δημιουργία προκαλεί τον θάνατο, θέλει να τον νικήσει φέρνοντάς τον σε ανθρώπινα μέτρα, έτσι ώστε ο θάνατος να είναι μέρος της ανθρώπινης ζωής. Ο πάμπτωχος, αρχικά, Ζαν Μισέλ Μπασκιά, επειδή δεν είχε λεφτά να αγοράσει υλικά ζωγραφικής, εύρισκε στα σκουπίδια πεταμένες πόρτες, παράθυρα, καρέκλες και άλλα αντικείμενα, ακόμη και σπασμένα, για να τα ζωγραφίσει. Έτσι δημιούργησε πρωτοποριακά και ασυνήθιστα έργα, δημιούργησε ένα νέο εικαστικό στιλ και γλώσσα. Αναλόγως και σε επίπεδο πολιτικών θεσμών: σε πολλές χώρες, δυτικές ή μη, βρίσκουμε θεσμικά πρόσωπα να παίρνουν αποφάσεις με ελάχιστα χρήματα. Σε περιόδους οικονομικής κρίσης γεννήθηκαν σπουδαία έργα και δημιουργίες. Δεν είναι απαράβατος όρος η χρηματοπιστωτική δύναμη για να πάει μπροστά ο πολιτισμός. Είναι προσπάθεια συγκάλυψης της στειρότητάς μας (προσωπικής και θεσμικής) όταν φορτώνουμε την πολιτιστική μας τεμπελιά στην έλλειψη χρηματοπιστωτικών πόρων. Η δημιουργία, εκ γενετής, είναι ανεξάρτητη από «υλικές φυλακές», ανεξάρτητη από «οικονομικούς δεσμοφύλακες». Και είναι χάρη σε αυτό το DNA της που η δημιουργία είναι εξωστρεφής, συμβάλλοντας ουσιαστικά στον εμπλουτισμό της τέχνης με καινούρια στοιχεία, τη γόνιμη συνέργεια ετερόκλητων υλικών  και πάνω απ’ όλα στην ισορροπημένη έκφραση. Μια τέτοια δημιουργία είναι και η ψυχή του Πολιτισμού. Δίχως αυτήν τη «δημιουργική ανιδιοτέλεια», για να θυμηθώ τον Καντ, δεν υπάρχει αισθητική και πολιτισμός. Αυτός είναι πάνω απ’ όλα χαρά ζωής, είναι ενεργή μελαγχολία, αισιόδοξη θλίψη, είναι δίψα για μάθηση, αυτοπραγμάτωση, συλλογική παρουσία, είναι δύναμη για γέννηση κουλτούρας, προστασία περιβάλλοντος, για οικολογικές συμπεριφορές, για τολμηρή έρευνα. Ο Πολιτισμός είναι εκ γενετής ένας ισορροπημένος συνδυασμός παράδοσης και πρωτοπορίας, εθνικών αξιών αλλά και πανανθρώπινων, είναι το βίωμα της οικουμενικότητας στην καθημερινή ζωή. Και κυρίως δεν είναι: υποχρεωτικά δεσμευμένος σε χρηματοπιστωτικούς αριθμούς. Γιατί τότε βολεύει τους λίγους και τους στείρους, θεσμικά και ατομικά.

Posted in Ελλάδα, Kοινωνία | Tagged , ,

H Ουκρανία…

Tου Εμμανουήλ Σαρίδη – Βερολίνο

Όλα τα ΜΜΕ της Δύσης παρουσιάζουν τον Πούτιν σαν δικτάτορα, επιθετικό, πολεμοχαρή και έτοιμο να καταλάβει ένα μέρος της Ουκρανίας. Ήταν όμως ο Πούτιν αυτός που προετοίμασε, όπλισε, συντόνισε και πλήρωνε καθε μέρα 50 δολλάρια τους “διαδηλωτές” του Κιέβου, για την πραξικοπηματική κατάληψη του ουκρανικού Κοινοβουλίου;

Όλα, μα όλα τα ΜΜΕ της Δύσης παρουσιάζουν τον Πούτιν σαν δικτάτορα, επιθετικό, πολεμοχαρή και έτοιμο να καταλάβει ένα μέρος της Ουκρανίας. Είναι όμως έτσι; Ποιός προετοίμασε, όπλισε, συντόνισε και πλήρωνε καθε μέρα 50 δολλάρια τους “διαδηλωτές” του Κιέβου, για την πραξικοπηματική κατάληψη του ουκρανικού Κοινοβουλίου;

Τα ΜΜΕ της Δύσης παρουσιάζουν τον Πούτιν σαν δικτάτορα, επιθετικό, πολεμοχαρή... γράφει ματαξύ άλλων ο κ. Σαρίδης.

Τα ΜΜΕ της Δύσης παρουσιάζουν τον Πούτιν σαν δικτάτορα, επιθετικό, πολεμοχαρή… γράφει ματαξύ άλλων ο κ. Σαρίδης.

Μια εικόνα λέει περισσότερα απο χίλια λόγια. Κοιταξτε τα συντονισμένα ΜΜΕ της Δύσης που παρουσιάζουν τον Πούτιν σαν Δράκουλα, Χίτλερ, Ηλίθιο, Καταχτητή, Εμπρηστή (“Der Spiegel”, το Ευαγγέλιο της διανοούμενης πλέμπας) κ.λπ. Είδατε ποτέ να παρουσιάζουν έτσι συντονισμένα τον Μπους, τον Ομπάμα ή την Μέρκελ σαν πολεμοχαρείς όταν επετέθηκαν και διάλυσαν χώρες όπως η Γιουγκλσλαβία, το Ιράκ, η Λιβύη ή πρόσφατα η Συρία;

  • Ποιός τα συντονίζει όλα αυτά τα ΜΜΕ, ώστε να εμφανίζουν ταυτοχρόνως τον Πούτιν σαν Χίτλερ κ.λπ. στα σπουδαιότερα πολιτικά περιοδικά του δυτικού κόσμου, κάνοντας πλύση του εγκεφάλου μας;
  • Ποιός χρηματοδότησε τους “επαναστάτες” του Κιέβου για να ρίξουν την νόμιμη κυβέρνηση της Ουκρανίας;
  • Ποιός χρηματοδοτεί και στέλνει τους μισθοφόρους αλήτες που έχουν εκπαιδεύσει ιδιωτικές επιχειρήσεις όπως η  „Academi“ (πρώην „Blackwater“) στο Κίεβο για να ρίξουν την κυβέρνηση του Γιανούκοβιτς;
  • Ποιός χρηματοδοτεί και συντονίζει τους νεοναζί και σιωνιστές που σχημάτισαν μια κυβέρνηση στο Κίεβo, που φυσικά είναι παράνομη, γιατί δεν εκλέχθηκε απο τον λαό, αλλά πήρε  με τρομοκρατικά μέσα και πραξικομητατικά την εξουσία;

Διαβάζω σε ένα σχόλιο γερμανικού ιστολογίου, ότι στα γερμανικά μέσα ο Πούτιν εμφανίζεται σαν εμπρηστής. Και η Μέρκελ σαν πυροσβεστική υπηρεσία. Θάταν για γέλια, αν δεν ήταν τόσο σοβαρό το θέμα, γιατί κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να συμβεί μέχρι ή μετα την ερχόμενη Κυριακή, που οι πολίτες της Κριμαίας θα αποφασίσουν για την ανεξαρτησία τους. Το ΝΑΤΟ και αυτοί που το κατευθύνουν, ο Ηγεμόνας, είναι παράφρονες, δεν τους νοιάζει αν θα καταστραφούν χώρες και πόσες χιλιάδες άνδρες και γυναικόπαιδα σκοτωθούν, το βλέπουμε στη Συρία. Για τον Ηγεμόνα και τα ΜΜΕ που ελέγχει είναι ξεκάθαρο: Για όλα φταίνε οι ηγέτες που έχει βάλλει στο στόχαστρό του και δεν προσκυνάν. Και γι’ αυτό πρέπει με κάθε τρόπο να παραμερισθούν. Και μαζί με αυτούς να κατασατραφούν χώρες και να πεθάνει κόσμος. Το είδαμε – και το βλέπουμε – και στην Ελλάδα με την “απομάκρυνση” του Καραμανλή και μ’αυτά που επακολούθησαν.

Μην ξεχνάμε: Όταν είναι να απομακρυνθεί κάποιος κάνουμε μια παρδαλή επανάσταση. Και επειδή αυτή που έγινε στην Ουκρανία με την Τιμοσένκο δεν απέδωσε, βάζουμε μπρός το σχέδιο Β, τους Νεοναζί και τις στρατιές των τρομοκρατών που ήρθαν από την Γερμανία, το Ισραήλ και τις ΗΠΑ („Academi“).

Όταν το ΝΑΤΟ βομβαρδίζει ξένες χώρες, όπως αυτές που ανέφερα παραπάνω, και κάποιοι πολίτες διαμαρτύρονται, κατηγορούνται για αντιαμερικανισμό. Όταν όμως στα ιμπεριαλιστικά σχέδια εμπλέκεται και η Ρωσία, τότε μας επιτρέπεται – και μάλλον μας επιβάλλεται – να είμαστε εναντίον της.

Posted in Βερολίνο, Ευρώπη | Tagged , , , , ,