Εφύρα Πελοποννήσου

Ενα απόσπασμα από το βιβλίο με τίτλο Εκκεντρικές Σημειώσεις (1997-2004)

 

Το Μυθιστόρημα, είναι ένα ορεινό χωριό στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο. Το παλιό όνομα του χωριού είναι Εφύρα και επί Τουρκοκρατίας το όνομα του χωριού ήταν Δελήμπαλη. Αμαλιάδα – Πύργος – αρχαία Ολυμπία – Σταμνίτσα – Δημητσάνα με το περίφημο μπαρούτι του 1821 είναι κοντά. Εδώ το χρώμα των χειλιών των ανθρώπων είναι βυσσινί. Ο Άγνωστος ακούει ανθρώπους να μιλάνε για τη ζωή. Τα σπίτια που ζούνε είναι χτισμένα με κατώγια και εξωκάμαρες.

Ένας πλούσιος, ξεκινά τη ζωή του στο πανεπιστήμιο, ενώ, ένας φτωχός στο στρατό, λέει ένας παππούς. Μαθαίνει ο Άγνωστος, ότι ο πιο μασκαράς στο χωριό είναι κάποιος με το όνομα Τσάρος, ο οποίος, γυρίζει μ’ένα κασμά και σκάβει τους τοίχους των σπιτιών για λίρες μα συνήθως πέφτει πάνω σε φωλιές με σφήκες. (O Τσάρος, επίσης, ηδονίζεται να βλέπει κρυφά γυναίκες να κατουράνε, έτσι την βρίσκει). Ένας άλλος, ο Γαλύφος, πέρασε απο’κει, δηλαδή τα Ολύμπια και έκλεψε μια αρχαία πέτρα, την αγόρασε ο Χαρλάμπης Ζούκουρας –ο οποίος, είναι ο μεγαλύτερος άρχοντας στην περιοχή– και την πήγε πίσω με το άλογο του! Και είπε στους συγχωριανούς του: οι Πέτρες από την αρχαία Ελλάδα πρέπει να μείνουν όλες μαζί για τις μελλοντικές γενιές, των ανθρώπων όλου του κόσμου! Oι Πέτρες αυτές, δεν είναι μόνο Πέτρες, είναι οι γονείς μας, οι παππούδες μας!

Μια γυναίκα δακρύζει στο παράθυρο του σπιτιού της, σήμερα, της ψόφησε η μία απ’τις δύο αγελάδες που είχε. Ανασαίνει η ψυχή με τα δάκρυα και του ζώου, και του αφεντικού.

Χθες, ο Άγνωστος είδε ένα άσπρο άλογο. Σήμερα, ένα μαύρο που τα μάτια του λάμπουν. Και χθες και σήμερα, τα άλογα είναι φορτωμένα με τριαντάφυλλα, τα οποία είναι τυλιγμένα με άσπρο καραβόπανο και είναι δεμένα με στάχια. Τριάντα κόκκινα τριαντάφυλλα είναι όλη η ζωή. Τριαντάφυλλα προσφέρει στην Τύπισσα, 29 άσπρα και 1 κόκκινο. Τριάντα τριαντάφυλλα (αργύρια) είναι η ζωή.

Περιμένει να ανοίξουν οι τρεις κλειδαριές της πόρτας για να μπει μέσα στο σπίτι. Η πρώτη εντάξει, η δεύτερη εντάξει. Έχει χαθεί το κλειδί για την τρίτη κλειδαριά. Ο κύριος Μουρλονιόνιος, που έχει χάσει το κλειδί, έχει παράσημοφορηθεί για το μαύρο άλογο του και την ανδρεία του, σε κάποιους πολέμους, μάλλον τους Βαλκανικούς. Το 1912-1913 πολλοί πήγαν στον πόλεμο. Σκοτώνονταν μοναχογιοί και έκλεγαν μανάδες. Οι άνθρωποι, ή πέθαιναν κάθε μέρα, ή πέθαιναν μια φορά ούτως ή άλλως.

Ο μακρινός παππούς του κυρίου που φιλοξενεί την Τύπισσα με τον Άγνωστο, είχε τρία ελαιοτριβεία, στην αρχή δούλευαν με άλογα και μετά έγιναν νεροκίνητα. Eίχε βυρσοδεψία και μύλους που δούλευαν μέρα – νύχτα. Μεγάλωσε μέσα στ’αυλάκια και τις γράνες, έκοβε τα τσιμποκαλάματα και τα βάτα. Μέσα στ’αυλάκια και τις γράνες ωρίμασε. Είχε μυαλό, πολύ μυαλό όπως λένε, και έκανε λεφτά, πολλά λεφτά. Τα ελαιοτριβεία θεωρούνται οι πρώτες βιομηχανίες!

― Να κοίτα! λέει η Τύπισσα στον Άγνωστο.

― Τι είναι; ρωτάει, καθώς βλέπει τα κίτρινα χειρόγραφα.

Είναι ένα ημερολόγιο, το ανοίγει και διαβάζει την πρώτη του φράση: «1930 σήμερα, άλλος ένας χρόνος. Ακούσαμε ένα δίσκο στο γραμμόφωνο, είπανε πως είναι από τη Βιέννη».

Τον ακούει προσεχτικά ο Άγνωστος, καθώς, περιγράφει την πορεία του στη ζωή. Καλείται από το στρατό σε ένα γραφείο και εκεί του δίνουνε ένα μεγάλο χαρτί να διαλέξει, και διαλέγει το ιππικό στο Ναύπλιο. Μετά, δηλώνει καραγωγέας και πηγαίνει για μεταφορές τροφίμων με κάρα στα Μέγαρα. Όταν δε, τα φουκαριάρικα τα άλογα περνούσαν από τους γκρεμούς φοβούνταν. Nαι, τα άλογα φοβούνταν. Τελικά, φτάνει στην Αθήνα και εκεί, μπαίνει σε βαγόνι για τη Λάρισα. Εκεί ρωτάνε, ποιoς ξέρει να πεταλώνει και σηκώνει το χέρι, κατάλαβαν αργότερα, πως δεν ξέρει τίποτα, αλλά του λένε οι στρατιωτικοί: αφού έχεις διάθεση μείνε. Έτσι, έμαθε να πεταλώνει άλογα. Τα φουκαριάρικα τα άλογα.

Κάτι παιδιά από το πανεπιστήμιο δεν ήξεραν ούτε ν’ανέβουν στ’άλογα και έτρωγαν ξύλο. Όσο μπορούσε βέβαια τα βοηθούσε τα παιδιά. Όταν βρήκε ευκαιρία, έκλεψε κάτι εργαλεία και έφυγε για την Πελοπόννησο. Ίσως έπρεπε να πάρω και ένα άλογο, σκέφτεται τώρα, είχε αγαπήσει πολύ μία φοράδα που έσπασε το πόδι της καθώς περπατούσε, αλλά γιατρεύτηκε.

Αν ακούς άνθρωπο να θέλει να πεθάνει, ίσως αγαπά πολύ τη ζωή. Αυτό φαίνεται και στη Βίβλο, ένα βιβλίο από το οποίο δε λείπει τίποτα. Αυτά λέει μεταξύ άλλων στον Άγνωστο ο καλός – Αντώνης. Άλλοι βέβαια, τον φωνάζουν κάρμα – Αντώνης.

Έχει έρθει στο χωριό ένα θέατρο με συμπαθητικούς τραγουδοποιούς. Το χαστούκι ενός ηθοποιού σε μία ερωτική σκηνή παρεξηγήθηκε από τους χωριανούς, και παραλίγο να χωρίσει το πάνω χωριό από το κάτω και να πέσει ξύλο.

Το ίδιο βράδυ, έναν χωριανό τον έπιασαν οι χωροφύλακες, όταν ακούσανε τη γυναίκα του να λέει: άνδρα, γουρούνι, γαίδαρε, τι να σου πρωτοθυμηθώ! Γουρούνι! Γουρουνομύτη! Όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια μύτη!

Με αλέτρι κάνουνε χωράφι, ρίχνουνε φουσκιά, σπέρνουνε το στάρι και όταν γίνεται χρυσαφί με τα δρεπάνια το θερίζουνε και το κάνουνε δεμάτια. Τη νύχτα με την υγρασία για να μην σκορπάει, δηλαδή να μην πέφτουνε οι κόκκοι του σταριού απ’τα στάχια, το κουβαλάνε στο αλώνι, στο λόφο. Στο λόφο, εκεί μακριά που φυσάει. Το τρίβουνε με τα άλογα, που ζέγνουνε γύρω από το στυγερό, ένα κομμάτι γερό ξύλο το οποίο βάζουνε με το λοστό στη γη, στο κέντρο του κυκλικού αλωνιού. Κατόπιν, με τα δικριάνια το ξαναγυρίζουνε και βάζουνε τα άλογα πάλι μέσα. Μετά, ακολουθεί το λύχνισμα για να φύγουνε τα σαρίδια. Έπειτα, το βάζουνε σε λινά τσουβάλια το στάρι, και το φορτώνουνε στα άλογα για το αμπάρι του σπιτιού και το μυλωνά. Όλα τούτα για το ψωμί.

Το νερό πάλι, το φέρνουνε οι γυναίκες από μακριά, με μικρά ξύλινα βαρέλια στην πλάτη. Οι γυναίκες πηγαίνουν στην πηγή, επίσης με πύλινες στάμνες. Όλα τούτα για το νερό.

Τα ρούχα που φοράνε τούτοι οι άνθρωποι και τα παιδιά, είναι όλο μπαλώματα. Σχίζονται στους βάτους και στα αγκάθια τα ρούχα τους. Το ένα μπάλωμα τοποθετείται πάνω στ’άλλο, το πραγματικό ρούχο δε φαίνεται. Τα χρώματα είναι γήινα και σκούρα. Κάποιος που έγινε ράφτης και πάταγε σε λάσπες που έφταναν ως το γόνα για να μάθει την τέχνη, τώρα είναι άρρωστος και δε ράβει πια. Το χώριο αν πεθάνει θα μείνει χωρίς ράφτη.

Γεννήθηκε ένα αγοράκι σήμερα στο χωριό. Το πλένουν με χλιαρό νερό, λίγο κρασί και λίγο αλάτι που ρίχνουν στην ξύλινη λεκάνη. Στον πάτο ρίχνουνε ασημένια κέρματα. Αυτό είναι το έθιμο.

Η Τύπισσα με τον Άγνωστο πηγαίνουν να επισκεφτούν το μωρό. Κρατάνε μία κλάρα βελανιδιάς, μία δαφνόκλαρα με δαφνόκουκα, μία κλάρα ελιάς, μία σκορδοπλεξούδα απ’το πάτερο του σπιτιού που μένουν, ένα μικρό μπαγλαμαδάκι και ένα σιδερένιο αμερικάνικο δολάριο. Δώρα όπως τα θέλει η παράδοση. Το μωρό είναι σαν αγγελουδάκι που κατέβηκε στη γη για διακοπές. Καθε μωρό είναι αγγελουδάκι που κατέβηκε στη γη για διακοπές.

Η Τύπισσα μιλάει για ώρα με την Μπάμπω (τη μαμή του χωριού, που ξεγέννησε το μωρό).

Πηγαίνουν στην κοντινή πόλη με ένα παλιό λεωφορείο, για να στείλουνε γράμματα στον Τσάρλυ, το Δεδούση, την Ελεωνόρα, τη θεία του Άγνωστου και τη μητέρα της Τύπισσας.

Το λεωφορείο σταματάει, ξεφορτώνουν τα ακριβά κουστούμια του θεάτρου. Ο οδηγός δείχνει λίγο ταραγμένος καθώς έχει κατέβει απ’το λεωφορείο.

Ζει στο Μυθιστόρημα μαζί με την Τύπισσα και είναι ευτυχισμένος, εμπνέεται από τις εικόνες γεωργίας και θυμάται τη φράση του Ρουμάνου Σιοράν: ο πολιτισμός εξελίσσεται από τη γεωργία στο παράδοξο. Από τη γεωργία στο κινητό τηλέφωνο και το email.

Μια διαπίστωση στη μικρή κοινωνία, είναι τα λαμπερά μακριά μαλλιά των νέων γυναικών. Λούζονται στην πηγή, όχι με σαπούνι αλλά με αλυσίβα που παίρνουν καθώς φιλτράρουν το σταχτόνερο. Τα μαλλιά τους έτσι πάντα λάμπουν, είναι μεταξένια και μοσχοβολάνε.

Από έναν έμπορο, της αγοράζει παπούτσια από γουρουνίσιο τομάρι που το έχουνε ξεράνει στον ήλιο με χοντράλατο. Είναι χαμωτά και έχουν τρύπες με κορδόνια.

Οι έμποροι έρχονται με άλογα ή μικρά αυτοκίνητα και φέρνουν ρούχα, κατσαρόλες, καθρέφτες μικρούς, εργόχειρα και άλλα πολλά για το νοικοκυριό. Ο Στραβοκώστας –στραβός από το ένα μάτι– είναι ο μεγαλύτερος έμπορος στην περιοχή, πιο παλιά έπαιρνε στάρι αντί για λεφτά. Ένας από αυτούς τους μασκαράδες τους εμπόρους, άφησε έγκυο μια γυναίκα που έβοσκε τα πρόβατα στις ρεματιές.

Το πρωί τρώνε αλεύρι σε κρέμα, με νερό και λάδι. Αμέσως κατεβαίνουν μαζί στο κατώι, μία ερωτική διάθεση διακρίνεται σοφά στο κορμί τους. Η σπιτονοικοκυρά μαγειρεύει με ξύλα, χόρτα απ’την περιοχή που ονομάζεται Κλεισούρα, ρεβύθια, καυκαλίδες και λαψάνες. Στο μεσημεριανό θα έχει ακόμη και σκολιαμπριά, κάτι αγκάθια που τρώγονται ωμά για σαλάτα.

Της χαϊδεύει τα στήθη στο κατώι, της κάνει έρωτα μέσα στο σκοτάδι, δίπλα στο παράθυρο για φρέσκο αέρα, από όπου ακούγεται και η καμπάνα του χωριού. Κάνουνε έρωτα ενώ ακούνε την καμπάνα να χτυπάει, χαίρονται και πνίγονται στην ηδονή τα κορμιά, ενώ γίνεται έκκληση στις ψυχές να πάνε στην εκκλησία. Οι ανάσες και οι ιαχές, καθώς το κορμί της Τύπισσας ακουμπάει πάνω σ’ ένα βαρέλι γίνονται σεισμός που κάνει θόρυβο. Ενώ τα κορμιά κάνουν έκκληση στο Θεό για ηδονή, ο Θεός μέσω του παπά κάνει έκκληση στις ψυχές. Από το παράθυρο, το ιδρωμένο βλέμμα του διακρίνει γριούλες στο δρόμο που μοιρολογάνε, να κατευθύνονται προς την εκκλησία.

Η ηδονή έρχεται, έρχεται ταυτόχρονα και στους δύο, είναι ένωση με το Θεό, με τις ψυχές στην εκκλησία, με το σύμπαν ολάκερο και την ίδια στιγμή, ξαναχτυπά η καμπάνα με ένα βαρύ χτύπο, ο Θεός υπογράφει.

Ανεβαίνουνε πάλι πάνω, έχουνε πεινάσει. Στον έρωτα το τίμημα είναι το στομάχι.

Οι φτωχοί εργάτες σκαλίζουν με τις αξίνες ένα χωράφι. Είναι ευτυχισμένοι γιατί ποτέ δεν έχουν ακούσει τη λέξη αυτοκτονία.

Για πολλά χρόνια, η ζωή ήταν ίδια. Οι Εγγλέζοι είχανε στρατιώτες από τις αποικίες κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Όταν έκανε κρύο, χτυπάγανε κάποια πόρτα σπιτιού για να ζεσταθούν. Μία νύχτα, έξω έκανε κρύο και χιόνιζε, κάποιος χτύπησε την πόρτα, πήγε η γυναίκα να ανοίξει, μα στην πόρτα έβαλε ένα ουρλιαχτό λέγοντας, είναι κάτι έξω με άσπρα δόντια και τίποτα άλλο! Η γυναίκα κρύφτηκε πίσω από την πόρτα, τα παιδιά της κρύφτηκαν κάτω από το κρεβάτι. Πήγε ο άνδρας που ήξερε λίγα αγγλικά και τον έμπασε μέσα στη γωνιά, το  τζάκι δηλαδή για να ζεσταθεί. Τα παιδιά κρυφοκοιτούσανε σα γατιά. Δεν είχανε ξαναδεί ποτέ μαύρο άνθρωπο στο χωριό, ούτε καν το φανταζόσαντε! Μαύρος άνθρωπος!

Η ιστορία είναι παράξενη: οι Εγγλέζοι έριχναν πολεμοφόδια για τον πόλεμο και οι Γερμανοί έλεγαν αν έχουν το Θεό τους, όποιος αγαπάει γυναίκα στο χωριό είναι διαταγή να την παντρευτεί!  Αυτά πέρασαν και τώρα έρχονται στη θέση αυτών (Γερμανών και Εγγλέζων) οι πολιτικοί, για να πουν ψέμματα. Άνθρωποι ανίκανοι οι Έλληνες πολιτικοί που δεν μπορούν να χωρίσουν ούτε δυο γαϊδουριών άχυρα.

Το Μυθιστόρημα είναι ένα σημαντικό ορεινό χωριό, είναι χωριό με ύφος. Οι εικόνες είναι εικόνες και ταυτόχρονα ένα ψυχογράφημα ανθρώπων και γεωργίας. Το χωριό εμπνέει τον Άγνωστο, έτσι γράφει συνέχεια για ανθρώπους που συνάντησε. Φεύγει για την Αθήνα, έτσι γράφει τις σκέψεις του πριν τις ξεχάσει, ή καλύτερα πριν οι σκέψεις τoν ξεχάσουν.

Η Τύπισσα της Ποτοαπαγόρευσης με τον Άγνωστο πηγαίνουν στην κοντινή πόλη με ένα παλιό λεωφορείο. Και από εκεί πηγαίνουν στο σιδηροδρομικό σταθμό. Το τρένο φεύγει για την Αθήνα ανάμεσα σε εκτάσεις με ηλιοτρόπια. Το ταξίδι είναι πολύτιμο.

Η σέξι Τύπισσα με τον Άγνωστο φιλιούνται πάλι και πάλι. Το τρένο πηγαίνει ανάμεσα σε αγάπη – σε μίσος.  Το τρένο πηγαίνει ανάμεσα σε θάλασσα – σε βουνό. Θάλασσα – βουνό, είναι οι δύο απαρχές της φιλοσοφίας και της τέχνης. Ο Άγνωστος σκέφτεται ανάμεσα σε θάλασσα – σε βουνό. Ο Αριστοτέλης (όπου σκέφτηκε ανάμεσα σε θάλασσα – σε βουνό) έδωσε σε εμάς, ένα κολοσσιαίο έργο επί παντός του επισθητού. Λογική είναι το μεγαλύτερο θεριό!

 

About d. [cells/ideas]

Born in Athens, Greece, Dimitris Eleas – Δημήτρης Ελέας is a writer, (independent researcher) and (political activist). - - - At the moment, Book in focus, work in progress (novel) The Black Birds of Warsaw.
This entry was posted in Efyra, Εφύρα, Εκκεντρικες Σημειωσεις, [My] Images, [My] Writings and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.