3 POLAROID

του Άκη Παπαντώνη *

Για ορισμένα πράγματα απλά δε μιλάμε. – Siri Hustvedt

 

[1]

 

Το νερό πάγος. Κάνεις ένα βήμα να βγεις απ’ τη μπανιέρα. Στέκεσαι με τα χέρια στο πλάι. Με την πλάτη ίσια. Με το βλέμμα καρφωμένο μπροστά. Χωρίς να εστιάζεις. Απ’ τις άκρες των μαλλιών σου κυλάει νερό στους ώμους σου. Από ‘κεί στα μπράτσα σου. Παρασέρνει τις τρίχες στους βραχίονές σου και στάζει από τα ακροδάκτυλά σου στα πλακάκια. Τα νύχια σου είναι βαμμένα έντονο πορτοκαλί. Η ήβη σου ξυρισμένη. Εκεί έχεις χτυπήσει τατουάζ—γράφει εσύ. Στη γκαρσονιέρα δεν φέρνεις πελάτες. Ποτέ. Σου το ξέκοψε ο σπιτονοικοκύρης από την πρώτη στιγμή. Συνήθως βολεύεσαι στ’ αμάξι. Ή στα όρθια σε κανά στενό. Εδώ γυρνάς για να πλυθείς. Και ν’ αρωματιστείς. Ύστερα επιστρέφεις στο πόστο σου—τρεις δρόμους κάτω από την Αιόλου. Άσχημο πόστο. Μα δε σε πειράζει, με δυο-τρεις την ημέρα είσαι εντάξει. Όσο να φτάνουν τα λεφτά για το νοίκι, για τσιγάρα, για κανά περιοδικό. Ξαφνικά λύνεσαι. Πέφτεις στα γόνατα. Σαν από σοκ αποκοιμιέσαι στα πλακάκια. Στον ύπνο σου βλέπεις τον πατέρα σου να σε παίρνει στα τέσσερα. Και τον εαυτό σου με δυο λεπίδες για χέρια. Σε κάθε του σπρώξιμο τις καρφώνεις στην πλάτη της μάνας σου. Είκοσι μαχαιριές, εικοσιμία, εικοσιδύο, εικοσιτρείς. Μέχρι εκείνος να τελειώσει. Από το ανοικτό παράθυρο της κρεβατοκάμαρας τον κοιτάζεις τώρα να ψαρεύει στα ρηχά. Σέρνει έναν κιούρτο κόντρα στο ρεύμα. Βάφεις τα χείλη σου με το κραγιόν της νεκρής. Ύστερα τα δικά της. Εκείνος βήμα-βήμα ανοίγεται στα βαθιά. Τα πόδια του μακραίνουν σαν ξυλοπόδαρα και χάνονται στο βαθύ μπλε. Στο στόμιο του καλαθιού σφηνώνεται μια λευκή φάλαινα. Σπαρταράει βίαια. Τρομάζεις και ξυπνάς. Από το ανοικτό παράθυρο του μπάνιου, που βλέπει στο φωταγωγό, βλέπεις μια φωλιά πουλιών. Κι ακούς τους νεοσσούς που κλαίνε για φαΐ.

 

[2]

 

Η περιποίηση τελείωσε. Κι όσο τον καθάριζες σχολαστικά με υγρά μαντηλάκια εκείνος έπινε παγωμένο νερό. Ύστερα του κούμπωσες το πουκάμισο, πέρασες τα μανικετόκουμπα στις μανσέτες, του φόρεσες κάλτσες και παπούτσια. Και του έδεσες τα κορδόνια, προσέχοντας οι θηλιές να έχουν ίσο μήκος. Τον φίλησες στο μάγουλο λέγοντας ήσουνυπέροχος. Κι εκείνος σου άφησε στο κομοδίνο μερικά χαρτονομίσματα των εκατό ευρώ. Τον συνόδευσες ως την εξώπορτα και του φόρεσες γυαλιά ηλίου πριν ανοίξει. Το ίδιο βράδυ πέρασε να σε πάρει. Είχατε συμφωνήσει να πάτε σινεμά. ΣτηνΈκλειψητουΑντονιόνι,σου είχε πει. Μετά θα πηγαίνατε για σούσι. Κατά καιρούς σε είχε πάει στο Εθνικό, στο Μέγαρο και τη Λυρική, στο Μπενάκη. Μετά σε παράμερα τραπέζια ακριβών εστιατορίων. Σου μιλούσε όσο τρώγατε. Τα ορθάνοικτα μάτια σου πρόδιδαν ενδιαφέρον μικρού παιδιού. Συχνά σηκωνόταν να μιλήσει στο τηλέφωνο με τη γυναίκα του. Είχε δυο κόρες. Όταν μια φορά—και ενώ σου μιλούσε για το Ναμπόκοφ ή κάποιον άλλο Ρώσο—του χάιδεψες τον καβάλο με το γυμνό σου πόδι, σε κοίταξε με ακύμαντο ύφος και σου είπε εδώδενείναιτοκρεβάτισου. Απόψε φοράς μακρύ φόρεμα με λουλούδια. Εκείνος μπλε σκούρο κοστούμι—όπως πάντα. Μπαίνεις στο αυτοκίνητο και πιάνεις το χέρι του να μην βάλει μπρος. Του λες πως δεν έχει νόημα να βγείτε απόψε. Νωρίς το πρωί θα φύγεις. Γνώρισες έναν ιδιοκτήτη νυκτερινού κέντρου. Θα σε βάλει ν’ ανοίγεις το πρόγραμμα στο μαγαζί του. Κάπου στη Βοιωτία. Μουείπεότιέχωυπέροχηφωνή, του λες. Χτυπά το κινητό του. Βγαίνει έξω να μιλήσει. Ξαναμπαίνει, συνεχίζεις. Είναιτρυφερόςμαζίμουκαιτονκαταλαβαίνω,του λες. Πρέπει να πακετάρεις. Έχεις να ξυπνήσεις πολύ νωρίς. Εκείνος δε μιλάει. Όταν κάνεις ν’ ανοίξεις την πόρτα σε σταματάει. Αύριοφεύγεις, όχιαπόψε, σου λέει. Βάζει μπρος και ξεκινάει. Από το πίσω τζάμι φαίνεται η πυρκαγιά που από το πρωί τρώει το δάσος της Καισαριανής.

 

[3]

 

Ήσουν πολύ όμορφη. Ψηλή. Κόρη αστικής οικογένειας. Σχολείο πήγες στο Κολλέγιο Ψυχικού. Όνειρό σου ήταν να γίνεις μπαλαρίνα—ίσως για να μη γίνεις κάτι άλλο. Όταν το αυτοκίνητο, στο οποίο μόλις είχες ξεπαρθενευτεί, βρέθηκε σε ένα χαντάκι, τα πολλαπλά κατάγματα στα λαγόνια και τον αριστερό μηρό σε ανάγκασαν να το ξεχάσεις. Περπατούσες με μπαστούνι. Έκανες Οικονομικά στο Deree. Έπιασες δουλειά στην εταιρία του πατέρα σου. Και το ‘ριξες στη θρησκεία. Παντρεύτηκες το συνάδελφο που σου υπέδειξαν. Κάνατε μια κόρη—τη βάφτισες Μαρία-Νεφέλη. Ο άντρας σου πέθανε από καρδιά όταν εκείνη ήταν εννέα ετών. Τότε, σ’ ένα βράδυ, έπαψες να πιστεύεις. Ξεκρέμασες το εικονοστάσι. Έσβησες το καντήλι και το πέταξες στα σκουπίδια. Κι αφοσιώθηκες στην κόρη σου. Με την εμμονή χρυσωρύχου. Κρέμασες στους τοίχους του δωματίου της πόστερ με μπαλαρίνες του Ντεγκά. Έβαλες καθρέφτες και μια μπάρα ασκήσεων στο γραφείο του μακαρίτη. Την πήγαινες να δει κλασσικό χορό. Και ήσουν πάντα εκεί να της δένεις τα πουέντ. Όταν στα δεκαεπτά της σκοτώθηκε σε ατύχημα με μοτοσικλέτα το αντιμετώπισες με σιωπή. Ήσουν βέβαιη πως ήταν Θείαδίκη. Ξανακρέμασες το εικονοστάσι. Αγόρασες καινούριο καντήλι. Κι αποφάσισες να μονάσεις σπίτι σου. Με κλειστά πατζούρια, χειμώνα-καλοκαίρι. Νηστεύεις εδώ και μια δεκαετία. Δε μιλάς σε άνθρωπο. Καμιά φορά, όταν πέσει ο ήλιος, βγαίνεις διστακτικές βόλτες στο μπαλκόνι. Φοράς πάντα μαύρο μακρύ φουστάνι και γκρι ζακέτα κουμπωμένη ως επάνω. Από την ανοικτή μπαλκονόπορτα δραπετεύει μια μυρωδιά από λιβάνι, ιδρωμένους σοβάδες και ναφθαλίνη. Στο απέναντι σπίτι ένας έφηβος καραδοκεί. Πότε θα βγεις να σε τραβήξει βίντεο με το κινητό του. Ύστερα ανεβάζει το ντοκουμέντο στο προφίλ του στο facebook. Απέναντιζειμιατρελή. Βγαίνειβόλτεςσανφάντασμα. Σε κάθε βίντεο έχει τουλάχιστον τριάνταlike. Λέει στους πεντακόσιους εικοσιεφτά φίλους του πως θα γίνει σκηνοθέτης.

 

Ο Άκης Παπαντώνης (Αθήνα, 1978) ολοκλήρωσε προπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 2008 εργάζεται στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το 2012 εξελέγη Λέκτορας στο Ινστιτούτο Μοριακής Ιατρικής της Κολωνίας. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά (δέ)κατα, Εντευκτήριο, Πλανόδιον, Poetix, ΝΤΟΥέΝΤΕ, ToΠαράθυρο και ΝέαΕστία, και στο συλλογικότόμο Είμαστεόλοιμετανάστες (Πατάκης, 2007). Διατηρεί το ιστολόγιο Υψικάμινος (apapant.blogspot.com).

About d. [cells/ideas]

Born in Athens, Greece, Dimitris Eleas – Δημήτρης Ελέας is a writer, (independent researcher) and (political activist). - - - At the moment, Book in focus, work in progress (novel) The Black Birds of Warsaw.
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s