Ανασηκώνοντας το πέπλο της δυτικής μεταφυσικής

Toυ Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ [] Η απαρχή της γνώσης [] μετάφραση, σχόλια, επίμετρο: Γιώργος Η. Ηλιόπουλος [] εκδόσεις Πατάκη, σ. 336

Αναθρεμμένος με την αρχαία ελληνική και την κλασική γερμανική φιλοσοφία, ο Χανς – Γκέοργκ Γκάνταμερ (1900 – 2002) ασκεί στα εφτά δοκίμια της «Απαρχής της γνώσης» την τέχνη που ξέρει να ασκεί καλύτερα: την τέχνη της ερμηνευτικής, που ξεκινάει από το σύμπλεγμα θεολογίας και φιλοσοφίας του Βίλχεμ Ντίλταϊ και τον ιστορισμό του Φρίντριχ Σλαϊερμάχερ, για να καταλήξει στη θεμελιώδη οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγκερ. Η ερμηνευτική κατηγορήθηκε, μεταξύ πολλών άλλων, για αντιεπιστημονική στάση, αλλά ο λόγος του Γκάνταμερ στην «Απαρχή της γνώσης» τείνει την πραγματικότητα, όπως πολύ εύστοχα σημειώνει στο διεξοδικό του επίμετρο ο μεταφραστής Γιώργος Η. Ηλιόπουλος (στον ίδιο οφείλουμε τις μεταφράσεις των γκανταμερικών έργων «Η απαρχή της φιλοσοφίας» και «Χρόνια φιλοσοφικής μαθητείας», που κυκλοφορούν επίσης από τις εκδόσεις Πατάκη), προς την κατεύθυνση μιας αναθέρμανσης του διαλόγου ανάμεσα στη φιλοσοφία και την επιστήμη, όπως και μιας ριζικής επαναθεώρησης των σχέσεών τους.

Η σπαραγμένη σκέψη

Η πορεία την οποία χαράσσει ο Γκάνταμερ στα δοκίμιά του έχει ως αφετηρία της τον Ηράκλειτο, για να περάσει εν συνεχεία και να καταλήξει τόσο στην ατομική θεωρία του Δημόκριτου και στους Προσωκρατικούς όσο και στην αντιβολή της αρχαίας ελληνικής σκέψης και επιστήμης με τη σκέψη και την επιστήμη της νεωτερικότητας. Οπως ο Νίτσε και ο Χάιντεγκερ, έτσι και ο Γκάνταμερ πιστεύει πως η δυτική μεταφυσική έχει υπερκαλύψει τον στοχασμό της πρώιμης αρχαιότητας, κρύβοντας τις βασικές του αρχές, που υπερβαίνουν τους δυϊσμούς οι οποίοι αναπτύχθηκαν εις βάρος του (η γραμμή είναι από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μέχρι τον Καρτέσιο) με τη διάκριση μεταξύ «αισθήσεως» και «νοήσεως» και με την αποθέωση του γνωστικού υποκειμένου και την αποκοπή του από το σώμα του ζωντανού κόσμου.

Αποφεύγοντας τους υψηλούς (κάποτε εκκωφαντικούς) τόνους της νιτσεϊκής και της χαϊντεγκεριανής κριτικής, ο Γκάνταμερ σπεύδει ευθύς εξαρχής να πει πως η μείζων αυτή φιλοσοφική απόκρυψη έχει εξήγηση και οφείλεται πρωταρχικά στο γεγονός πως η θέαση της πρώιμης αρχαιότητας έχει χαθεί για πάντα μέσα στον χρόνο, αφού ό,τι ξέρουμε για τον Παρμενίδη, τον Ηράκλειτο και τον Δημόκριτο, το ξέρουμε είτε μέσα από φριχτά σπαραγμένα αποσπάσματα (τα οποία στην περίπτωση του Ηράκλειτου παράγουν μιαν υποβλητική κοσμολογική ποίηση) είτε μέσα από τα πλατωνικά και τα αριστοτελικά κείμενα, που παρουσιάζουν τους προλαλήσαντες όχι μόνον θεματολογικά κατηγοριοποιημένους (χωρίς να τηρείται μια διαφωτιστική χρονολογική σειρά), αλλά και κομμένους και ραμμένους (θετικά ή αρνητικά) στα δικά τους μέτρα και σταθμά.

Ολα ένα

Με βάση έναν τέτοιο ορίζοντα, καθώς και με πλήρη επίγνωση του ότι δεν είναι δυνατόν να επιστρέψει στην αρχαιότητα ανασυστήνοντας τις ιστορικές συνθήκες του παραδεδομένου της λόγου (ένα από τα βασικά σημεία τριβής του με τον Σλαϊερμάχερ), ο Γκάνταμερ δοκιμάζει να προσεγγίσει το σύμπαν του Ηράκλειτου διά μέσου μιας γραμματικής και συντακτικής επανερμηνείας, η οποία θα τον ξεσκονίσει από τις πλατωνικές και χριστιανικές επιστρωματώσεις του για να βρει τι είναι σε θέση να σαλέψει κάτω από μια πολλαπλώς διαταραγμένη και συσκοτισμένη επιφάνεια. Αν ο Παρμενίδης αρνείται τη μηδαμινότητα του Είναι, επιμένοντας στη διδασκαλία της αρχής του Ενός, ο Ηράκλειτος ορίζει (όσο επιτρέπει η αποσπασματικότητά του την οποιαδήποτε έννοια ορισμού) ένα πέρα για πέρα για πέρα αρραγές πεδίο, στο εσωτερικό του οποίου κάθε τομή και ρήξη ή κάθε αποκόλληση και διάσπαση τείνει να ενωθεί με το αντίθετό της, εξασφαλίζοντας τη μόνιμη ισορροπία και ενότητα των πάντων: ο πατέρας γεννάει τον γιο, αλλά και ο γιος γεννάει τον πατέρα, η φωτιά πυροδοτεί και επιμερίζει όλα τα φαινόμενα, αλλά και τα δένει με το ίδιο νήμα, ιδρύοντας ένα καθεστώς απόλυτης αυτονομίας, ο θάνατος εναλλάσσεται ακατάπαυστα με τη ζωή, στο ποτάμι δεν μπαίνει κανείς δύο φορές γιατί δεν πρόκειται πάντα για το ίδιο ποτάμι, το ίδιο αντικείμενο μπορεί να παρουσιαστεί με πολύ διαφορετικές όψεις, για να πάμε προς τα πάνω ή προς τα κάτω θα πάρουμε τον ίδιο δρόμο, το ένα είναι ταυτοχρόνως πολλά και τα πολλά είναι ταυτοχρόνως ένα.

Τα πράγματα δεν διαδέχονται, εντέλει, το ένα το άλλο, αλλά κατοικούν το ένα εντός του άλλου. «Εν το σοφόν», θα επαναλάβει κατά κόρον ο Ηράκλειτος, για να μας τραβήξει πολύ μακριά από το πλατωνικό και το καρτεσιανό ego, που καλείται να γνωρίσει το περιβάλλον του υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγηθεί ο εγκάρσιος διαχωρισμός του από το σύνολο των συστατικών του.

Το αξεπέραστο κενό

Και από τον Ηράκλειτο στην ατομική θεωρία (στον Δημόκριτο και, μαζί του, στον Λεύκιππο), όπως και στη διακονία των αρχαίων Ελλήνων και των νεωτερικών στα ζητήματα της σκέψης και της επιστήμης. Σύμφωνα με την ατομική θεωρία, η φύση συναρτάται από άτομα τα οποία αποσπώνται από το άπειρο πρώτα για να ριχτούν στο κενό και κατόπιν για να συσσωματωθούν, δίχως, ωστόσο, να γίνουν ποτέ ένα. Κάθε μονάδα είναι διαφορετικού μεγέθους από την άλλη και το κενό το οποίο διανοίγεται ανάμεσά τους είναι αδύνατον να εξαφανιστεί. Το μοιραία διαιρεμένο αυτό άθροισμα ατομικών οντοτήτων έχει συστηματική – μηχανική κίνηση, αλλά στερείται παντελώς νοήματος. Εντρομος ενόψει μιας τέτοιας απουσίας, ο Πλάτων θα βιαστεί να μαθηματικοποιήσει την κίνηση των ατόμων, προσδίδοντάς της έναν εύτακτο και στρογγυλό χαρακτήρα, απολύτως ταιριαστό με την αντίληψή του για το σύμπαν ως γεωμετρικού συμπαγούς.

Ο Γκάνταμερ υπογραμμίζει πως η ιστορική έρευνα των ημερών μας έχει αναγνωρίσει στους ατομικούς, ανασηκώνοντας το πλατωνικό πέπλο (αναμορφωτικό ή παραμορφωτικό), μια πολύ σύγχρονη επιστημονική αξίωση: για να καταλάβω τι εστί φύσις δεν είναι αναγκαίο να αναρωτηθώ για το τι είναι ο κόσμος, όπως το ζητούν οι αρχαίοι κλασικοί (τόσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης), είναι αρκετό να απαντήσω στο ερώτημα του πώς λειτουργεί. Την ίδια, εντούτοις, ώρα, συμπληρώνει ο Γκάνταμερ, αποδεικνύοντας την περιπλοκότητα και τη διττή υφή του ταξιδιού προς τις απαρχές, με τη μαθηματικοποίηση της ατομικής θεωρίας και ο Πλάτων συμβάλλει από το μετερίζι του στη διαμόρφωση της επιστήμης της νεωτερικότητας. Δεν φτάνει, λοιπόν, οδεύοντας προς τις απαρχές, να ανασηκώσουμε το πέπλο για να ανακαλύψουμε μιαν άγνωστη ταυτότητα – χρειάζεται να δούμε και από τι είναι φτιαγμένο το πέπλο το οποίο μας την έκανε ξένη.

Πλησιάζοντας στο τέρμα και τονίζοντας ότι η κυριαρχία του πλατωνικού προτύπου βοήθησε τη δυτική μεταφυσική να καταπιεί και να αλέσει όχι μόνο την ατομική θεωρία, αλλά και όλους τους Προσωκρατικούς, ο Γκάνταμερ θυμίζει το σημαντικότερο -ότι στις απώτερες ρίζες του ο αρχαίος ελληνικός κόσμος δεν ομνύει στην αντικειμενικότητα της ελευθερίας ή της ανθρώπινης ύπαρξης, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο διακύβευμα της φιλίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης και απαρνείται την οποιαδήποτε βεβαιότητα. Τη βεβαιότητα, άλλωστε, και τη νεωτερική της ιδεολογία στη φιλοσοφία και την επιστήμη μάχεται και αποδομεί ο Γκάνταμερ σε όλη την έκταση της «Απαρχής της γνώσης», αποφεύγοντας, εντούτοις, σταθερά να της αντιτάξει το οιοδήποτε συνεκτικό αντιπρότυπο. Το θέμα για τον Γκάνταμερ δεν είναι η εύρεση μιας νέας μυθολογίας, αλλά η εναργέστερη συνειδητοποίηση της κατάστασης της φιλοσοφίας και της επιστήμης, που μπορούν εν κατακλείδι να συνομιλήσουν ξανά, χωρίς να χρειάζεται να πέσουν η μια στην αγκαλιά της άλλης – αρκεί να επαναπροσδιορίσουν τα σύνορα και να ξαναψάξουν τις συγκλίσεις τους.

About d. [cells/ideas]

Born in Athens, Greece, Dimitris Eleas – Δημήτρης Ελέας is a writer, (independent researcher) and (political activist). - - - At the moment, Book in focus, work in progress (novel) The Black Birds of Warsaw.
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.