Ρόμπερτ Σίλβερς: Οι διάνοιες…

… είναι πάντα σπάνιες

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  To Vima online, 03/03/2013

“Συνέντευξη με τον διευθυντή της «New York Review of Books», της επιθεώρησης με τη μεγαλύτερη επιρροή στον αγγλοσαξονικό κόσμο, για τα 50 χρόνια κυκλοφορίας της”

«Ο κύριος Σίλβερς μιλάει στην άλλη γραμμή. Σας πειράζει να περιμένετε;» ρωτάει βιαστικά η Αλεξ Σβαρτς. Κυριακή απόγευμα στη Νέα Υόρκη, μεσάνυχτα στην Αθήνα. Ο Ρόμπερτ (Μπομπ) Σίλβερς, ο 83χρονος διευθυντής σύνταξης της «New York Review of Books» (NYRB), δεν ξέρει από αργίες, ούτε η νεαρή βοηθός του από το Γέιλ ούτε οι συνεργάτες του.

Οσο περιμένω στο ακουστικό διατρέχω νοερά τις σημειώσεις μου. Εκπληκτικά ευρυμαθής, μεθοδικός, σχολαστικός, ακάματος, αφοσιωμένος είναι οι χαρακτηρισμοί που συνοδεύουν συνήθως τον διευθυντή της λογοτεχνικής επιθεώρησης που θεωρείται το πιο ισχυρό έντυπο λόγου και σκέψης στον αγγλόφωνο κόσμο. Οσμίζεται αμέσως τα σημαντικά βιβλία και τους καλούς συγγραφείς και έχει το ταλέντο να ζευγαρώνει ευφυώς συντάκτες και θέματα.

A caricature of John Updike from The New York ...

A caricature of John Updike from The New York Review of Books by David Levine, who drew Updike several times. (Photo credit: Wikipedia)

Εφέτος το περιοδικό κλείνει 50 χρόνια κυκλοφορίας με τον Σίλβερς σταθερά στο τιμόνι. Ολοι διερωτώνται ποιος θα τον διαδεχτεί αλλά εκείνος δεν φαίνεται διατεθειμένος να αποχωρήσει από το περιοδικό. Είναι η οικογένειά του, υποστηρίζουν πολλοί. Η ΝΥRΒ γεννήθηκε ένα βράδυ του 1963 από μια παρέα φίλων του εκδοτικού χώρου, εκμεταλλευόμενη ένα προσωρινό κενό στην κριτική βιβλίου εξαιτίας μιας τρίμηνης απεργίας των εφημερίδων. Με έδρα τη Νέα Υόρκη, διεθνείς συνεργασίες, φιλοευρωπαϊκό προφίλ, ακαδημαϊκή εμβρίθεια και θεματική ποικιλία, η δεκαπενθήμερη NYRB είναι ξακουστή για την ανεξάρτητη, προοδευτική φωνή της, τον σοβαρό χαρακτήρα της, τις εκτενείς βιβλιοκρισίες και τις εμπεριστατωμένες προσεγγίσεις της σε ζητήματα της επικαιρότητας.

Ενώ σκέφτομαι αυτά, ακούω τη φωνή του Ρόμπερτ Σίλβερς, φρέσκια και ζωηρή, παρά την ηλικία του. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η πεντηκονταετία που περάσατε στη NYRB; ρωτάω. Του προκαλεί κατάπληξη ότι πέρασε κιόλας μισός αιώνας.

«Πενήντα χρόνια σημαίνουν επιμέλεια 15.000 άρθρων και αρθρογραφία τουλάχιστον για μια ντουζίνα πολέμους. Η ιστορία της NYRB είναι η ιστορία μιας ομάδας ανθρώπων που ξεκίνησαν ένα περιοδικό το 1963, όταν πρόεδρος ήταν ο Κένεντι, και στη διάρκεια των χρόνων ήρθαν αντιμέτωποι με μια σειρά τρόπων από τον χώρο του βιβλίου, αντιμέτωποι με διαφορετικές λογοτεχνικές, πολιτικές, ιστορικές και πνευματικές τάσεις, αντιμέτωποι με τρόπους της Ιστορίας: το κίνημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις μεγάλες αλλαγές με πρωταγωνιστή τη νεολαία στη δεκαετία του ’60 και πάνω απ’ όλα τον πόλεμο στο Βιετνάμ, στον οποίο αντιταχθήκαμε από την αρχή διότι δεν είχαμε πεισθεί για τους λόγους αυτής της θυσίας νεαρών Αμερικανών. Ηταν επίμαχο θέμα εκείνη την εποχή και δεχτήκαμε πολλή κριτική, όμως αυτή ήταν η θέση μας».

Αναφέρεται διεξοδικά στη σχετική αρθρογραφία και μου επισημαίνει ένα κείμενο του πρόσφατα εκλιπόντος φιλοσόφου Ρόναλντ Ντουόρκιν για τους αντιρρησίες συνείδησης.

«Το κεντρικό ζήτημα που απασχόλησε την επιθεώρηση την επόμενη εικοσαετία ήταν η επίδραση του ολοκληρωτικού κομμουνισμού σε μεγάλο μέρος του κόσμου, ειδικά στην Ανατολική Ευρώπη». Δημοσίευσαν κείμενα του Σολζενίτσιν, του Βάτσλαβ Χάβελ και άλλων αντιφρονούντων. Αργότερα, «όταν πολλοί διανοούμενοι ήταν γοητευμένοι από την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, εμείς δημοσιεύσαμε κείμενο του βέλγου σινολόγου Σιμόν Λις ο οποίος πίσω από το προσωπείο της προόδου διέκρινε ένα καταπιεστικό, ολοκληρωτικό καθεστώς».

Περνά στην αρθρογραφία που κάλυψε τα φασιστικά καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής και καταλήγει στον Κινέζο Λιου Χσιαομπό, το Νομπέλ Ειρήνης του 2010. Η NYRB πρωτοδημοσίευσε στα αγγλικά το 2009 το μανιφέστο του για την ελευθερία του λόγου και τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κίνα, λέει.

Συμπεραίνω ότι το περιοδικό οφείλει την επιτυχία του στις τοποθετήσεις του σε ζητήματα της διεθνούς πολιτικής. Ο Σίλβερς δεν συμφωνεί. «Δεν ισχύει αυτό, αλλά πάλι δεν μπορώ να εντοπίσω σε τι ακριβώς οφείλεται η επιτυχία του περιοδικού, γιατί η NYRB είναι ένα ιδιαίτερο έντυπο, με την έννοια ότι τόσο η συνάδελφός μου Μπάρμπαρα Επστάιν, με την οποία ιδρύσαμε και συνδιευθύναμε το περιοδικό μέχρι τον θάνατό της το 2006, όσο κι εγώ προερχόμασταν από τον χώρο των λογοτεχνικών περιοδικών και μας διέκρινε το κοινό μέλημα για τη γλώσσα, για το καλογραμμένο κείμενο». Υπήρχαν έξοχοι συγγραφείς οι οποίοι δεν δημοσίευαν συχνά και δεν είχαν καταπιαστεί ποτέ με τη βιβλιοκριτική.«Σκεφτήκαμε ότι άξιζε να δώσουμε βήμα σε αυτούς τους ανθρώπους. Αυτό μας παρακίνησε να ιδρύσουμε το περιοδικό». Eνα άρθρο που είχε γράψει νωρίτερα η πεζογράφος Ελίζαμπεθ Χάρντγουικ – από τον στενό κύκλο των ιδρυτών του περιοδικού – στο «Harper’s» για την παρακμή της βιβλιοκριτικής έγινε το μανιφέστο τους και καθόρισε την αποστολή της NYRB: «Να παρουσιάζουμε σε κάθε τεύχος με τρόπο υψηλών απαιτήσεων τα σημαντικά και ενδιαφέροντα βιβλία που κυκλοφορούν σε ένα εύρος θεματολογίας: πολιτική, επιστήμη, τέχνη, λογοτεχνία και πάνω απ’ όλα Ιστορία».

«Παραμένει ζωντανή όσο ποτέ»

Μου κάνει εντύπωση ότι τονίζει διαρκώς «πόσο πολύ τυχεροί!» ήταν. Μια μικρή ομάδα που εκμεταλλεύθηκε μια ευκαιρία και έστησε ένα περιοδικό «χωρίς δεκάρα, παρά μονάχα για τα έξοδα του τυπογράφου». Κατάφεραν να πείσουν συγγραφείς όπως η Μαίρη Μακάρθι, ο Νόρμαν Μέιλερ, ο Γκορ Βιντάλ, η Σούζαν Σόνταγκ να γράφουν αμισθί. Κέρδισαν τους αναγνώστες με την ποιότητά τους. Προστάτευσαν εμμονικά την ανεξαρτησία τους από επενδυτές και διαφημιζoμένους και πέτυχαν έναν βαθμό ελευθερίας έκφρασης «ίσως μοναδικό στον αμερικανικό εκδοτικό χώρο» τοποθετώντας ψηλά τον πήχη της γραφής. «Σήμερα, η NYRB συνεχίζει τον δρόμο της, έχει αυξηθεί λίγο σε μέγεθος, η απήχησή της εντείνεται παρά ελαττώνεται και το μέλλον της είναι, όπως όλων, άδηλο. Φαίνεται όμως πως παραμένει ζωντανή όσο ποτέ» μου λέει με συγκρατημένη περηφάνια ο διευθυντής.

Το περιοδικό ελάχιστα έχει αλλάξει στο σχήμα, στην τυπογραφία, στη θεματολογία και στο ύφος από τα πρώτα τεύχη του. Συλλαμβάνει με οξυδέρκεια τις νέες τάσεις, αλλά δεν παρασύρεται από αυτές. Οι βιβλιοκρισίες του παραμένουν μακροσκελείς σε μια εποχή που το Διαδίκτυο μας «εκπαιδεύει» να διαβάζουμε όλο και συντομότερα κείμενα. Δεν τους έχει επηρεάσει η τεχνολογική επανάσταση; «Το ζήτημα είναι περίπλοκο και μας απασχολεί. Η NYRB πουλά 143.000 αντίτυπα σε κάθε έκδοση. Το 9% των αναγνωστών αγοράζει το περιοδικό στην ηλεκτρονική του έκδοση. Κοστίζει το ίδιο αλλά το διαβάζεις online. Πριν από δύο χρόνια εγκαινιάσαμε και ένα μπλογκ που διευθύνει ο Χιου Ικεν, το οποίο ενημερώνεται κάθε μέρα. Το αναγνωστικό κοινό που μας παρακολουθεί πιστά διαβάζει το έντυπο. Μας λένε όμως ότι εκείνοι που διαβάζουν το μπλογκ είναι πολύ νεότεροι. Η έντυπη NYRB ίσως στο τέλος υποκύψει μπροστά στο μεγάλο κύμα της ψηφιακής ανάγνωσης. Στο μεταξύ συμμετέχουμε με την αρθρογραφία μας στη σχετική συζήτηση: για την Google και το μονοπώλιο της ψηφιοποίησης βιβλίων, για την ιδιωτικότητα στο διαδίκτυο, για το Facebook και το Twitter, για το περιεχόμενο και τη μορφή των κειμένων που αναρτώνται εκεί, για την ποιότητα της γραφής, για την επίδραση του Διαδικτύου και των σύγχρονων τηλεπικοινωνιών στον τρόπο σκέψης των νέων ανθρώπων. Ολα αυτά μας ενδιαφέρουν».

Ποιότητα στα χρόνια της ταχύτητας

Η τεχνολογία έχει επηρεάσει τη διανόηση; «Εχει φέρει επανάσταση στην έρευνα, ελαχιστοποιώντας τον χρόνο της ερευνητικής διαδικασίας. Από την άλλη, τίθεται ένα ζήτημα σε ό,τι αφορά το παρελθόν, ξεκινώντας από την αρχαιοελληνική και λατινική παράδοση που περνά στους λογίους της Αναγέννησης και καταλήγει στην κριτική παράδοση των νεότερων χρόνων, στον Μαρξ και στον Φρόιντ. Χάρη στην τεχνολογία οι νέοι υποθέτουν ότι η γνώση του παρελθόντος είναι διαθέσιμη ανά πάσα στιγμή, το ζήτημα όμως είναι ότι δεν απορροφούν πολλή από αυτήν και προτιμούν να ασχολούνται με θέματα που δεν τους ξεπερνούν στην ηλικία». Είναι το συμπέρασμα, μου λέει, της θαυμάσιας βιβλιοκρισίας του τόμου The Classical Tradition (εκδ. Harvard University Press, 2010) στην NYRB.

Ο Ρόμπερτ Σίλβερς επιμελείται αυτοπροσώπως κάθε κείμενο που δημοσιεύεται στο περιοδικό. Οι απαντήσεις του συνοδεύονται από παραπομπές σε άρθρα της ΝΥRB και σε βιβλία. Στην εποχή της πληροφορίας μιλάει για γνώση. Στα χρόνια της ταχύτητας μιλάει για ποιότητα. Είναι ένας πνευματικός άνθρωπος παλαιάς κοπής.

Υπάρχουν πλέον δημόσιοι διανοούμενοι; «Εχουμε σήμερα εκπληκτικούς συγγραφείς όπως ο Ντάνιελ Μέντελσον που μας έδωσε ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα και άρθρα για το Ολοκαύτωμα, ο Μαρκ Ντάνερ, ειδικός στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, που έχει γράψει πραγματείες για τόσους πολέμους, ο Τόμας Πάουερς, βαθύς γνώστης ζητημάτων για τις Υπηρεσίες Πληροφοριών. Εχουμε εξαιρετικές γυναίκες συγγραφείς, την ιστορικό της αρχαιότητας Μαίρη Μπέαρντ, τη Ζέιντι Σμιθ, τη Ζόι Χέλερ. Οι δοκιμιογράφοι που αναφέρω δεν είναι επ’ ουδενί κατώτεροι των διανοουμένων του παρελθόντος. Εχουν διαφορετική κουλτούρα μεν, αλλά είναι όλοι τους έξοχα μυαλά. Οι λαμπρές διάνοιες ήταν ανέκαθεν σπάνιες. Καθήκον μας είναι να τους δίνουμε φωνή και χώρο στα έντυπα».

About d. [cells/ideas]

Born in Athens, Greece, Dimitris Eleas – Δημήτρης Ελέας is a writer, (independent researcher) and (political activist). - - - At the moment, Book in focus, work in progress (novel) The Black Birds of Warsaw.
This entry was posted in βιβλίο & βιβλια, Writer and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.