Quo vadis Graecia?

Toυ Γιώργου Η. Ηλιόπουλου*

Ο τίτλος είναι πολύ γενικός και – παρά τη γενικότητά του ή ίσως ακριβώς επειδή είναι γενικός και ως εκ τούτου επιδέχεται πολλές προσεγγίσεις – πολλές φορές έχει καταστεί επίκαιρος τα τελευταία χρόνια. Ο στόχος μας εδώ είναι να εστιάσουμε στην τρέχουσα επικαιρότητα με άξονα τις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις του Μαΐου 2014.

Ι. Από όσες συζητήσεις έχω κάνει με φίλους και γνωστούς στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπου τώρα διαμένω, προκύπτει μια εικόνα της σημερινής ελλαδικής κατάστασης γκρίζα και καταθλιπτική. Στενά συνυφασμένες με την αναφανδόν αρνητική εκτίμηση των τρεχόντων πραγμάτων είναι επίσης:

α. η απόλυτη αβεβαιότητα, ενίοτε και αταλάντευτη απαισιοδοξία, σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι, β. η αναζήτηση προσωπικών λύσεων και διεξόδων πέρα από τα ειωθότα της προσωπικής διαδρομής του καθενός, είτε αυτό σημαίνει αλλαγή εργασίας, τόπου διαμονής, τρόπου βίωσης της καθημερινότητας, σχεδιασμού του προσωπικού και οικογενειακού μέλλοντος κ.ο.κ.

ΙΙ. Θέτοντας το ίδιο ερώτημα στους πολιτικούς φορείς της χώρας – είτε άμεσα, για όποιον έχει τη δυνατότητα, είτε έμμεσα, επιχειρώντας δηλαδή μιαν ορισμένη γενική ερμηνεία των λεγομένων, των γραφομένων και των πεπραγμένων τους – οι δυνατές απαντήσεις που λαμβάνουμε παρουσιάζουν αυτή τη φορά εντυπωσιακές αποκλίσεις. Άλλοι θα μας πουν ότι η Ελλάδα οδεύει προς την οριστική έξοδο από τη σημερινή ομολογουμένως δύσκολη κατάσταση και σύντομα θα καταστεί με τον τρόπο της ξανά μια χώρα με δυναμική παρουσία εντός της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομίας, άλλοι ότι η συνέχιση της σημερινής τάξης πραγμάτων συνεπάγεται μεγαλύτερη δυστυχία και προκειμένου να αποτραπούν τέτοιου είδους εξελίξεις πρέπει η χώρα να αντισταθεί και να διεκδικήσει εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας είναι ούτως ή άλλως αναπόσπαστο μέρος, άλλοι πάλι θα υποστηρίξουν ότι η Ελλάδα δεν έχει να περιμένει απολύτως τίποτε θετικό από τις δυνάμεις και τις πολιτικές που κυριαρχούν στην Ευρώπη, ούτε μπορεί να επιτύχει από μόνη της ούτε να προσδοκά στο μέλλον μια ριζικά ευνοϊκή αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, άρα πρέπει να αποχωρήσει το συντομότερο δυνατό από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και να πάρει τις τύχες της στα χέρια της, να τις διαμορφώσει (αποκλειστικά) με τις δικές της δυνάμεις.

ΙΙΙ. Φυσικά δεν είναι δυνατό στην περιορισμένη έκταση ενός γενικού σχολίου της επικαιρότητας να αποδώσω και να καταγράψω πλήρως όλες τις πτυχές και τις επιμέρους αποχρώσεις των θέσεων, των διακηρύξεων και των προγραμμάτων που εκφέρονται δημόσια και τίθενται στην κρίση των ψηφοφόρων. Ούτε στην αξιολόγησή τους είναι δυνατό να υπεισέλθω αναλυτικά, με δεδομένο ότι προς τούτο θα ήταν απαραίτητο να ληφθεί επισταμένως υπ’ όψιν και ο παράγοντας της αξιοπιστίας των εκφραστών τους, ο οποίος με τη σειρά του ανάγεται σε πολλούς άλλους επιμέρους παράγοντες και γεγονότα. Αν προβαίνω εδώ σε μιαν ορισμένη σχηματική γενίκευση, η οποία παραπέμπει σε ορισμένους κομματικούς φορείς χωρίς όμως να αντιστοιχίζεται μονοσήμαντα με αυτούς (πολλοί φορείς χαρακτηρίζονται από διάφορους συνδυασμούς των κατευθύνσεων που σκιαγράφησα), είναι επειδή φρονώ πως μια ορισμένη γενική εποπτεία της κατάστασης είναι απαραίτητη προκειμένου να κατακτηθεί ένα ορισμένο επίπεδο ωριμότητας στις σκέψεις και τις αποφάσεις, προκειμένου να υπάρξει, με άλλα λόγια, μια ρεαλιστική σύνδεση μεταξύ επιθυμιών και πραγματικότητας, κάτι που είναι δυνατό να αποτελεί κάθε φορά το σταθερό υπόβαθρο όχι μόνον της όποιας εκλογικής απόφασης, αλλά και της όποιας στάσης, συμμετοχής και δράσης σε βάθος χρόνου, πέρα και πάνω από συντεταγμένες, διατεταγμένες και θεσμικά κατοχυρωμένες ψηφοφορίες.

Θα πω, λοιπόν, ότι σε καμία από τις προαναφερθείσες τρεις γενικές πολιτικές κατευθύνσεις δεν μπορώ να διαγνώσω μια δυνατότητα εκπλήρωσης προσδοκιών και διακηρύξεων που θα ξεπερνούσε καθοριστικά τις αντίστοιχες δυνατότητες των άλλων κατευθύνσεων. Κανείς, με άλλα λόγια, δεν είναι σε θέση σήμερα να εγγυηθεί ένα εξασφαλισμένο μέλλον για τις παρούσες και τις επερχόμενες γενιές μέσω της γενικευμένης υιοθέτησης από τους ψηφοφόρους-πολίτες της δικής του στρατηγικής και των δικών του επιλογών και αποφάσεων. Το παγκόσμιο γίγνεσθαι είναι σήμερα ιδιαίτερα σύνθετο, πολύπλοκο και απρόβλεπτο. Αυτό που κάθε φορά και σε τελευταία ανάλυση προκύπτει ως εξέλιξη και επικρατεί εν τοις πράγμασι δεν είναι κάποιο πρόγραμμα, κάποια πολιτική-οικονομική ανάλυση και κάποια ιδεολογική θεώρηση, αλλά μια συνισταμένη πολλών παραγόντων, στην οποία εμπεριέχονται στοιχεία επιβεβαίωσης αλλά και στοιχεία διάψευσης κάθε ιδεολογίας και κάθε πολιτικού προσανατολισμού ξεχωριστά. Και (σχεδόν) κανείς δεν αλλάζει την ιδεολογία του επειδή την είδε να διαψεύδεται από τα πράγματα. Οι ιδεολογίες είναι κατά τέτοιον τρόπο συγκροτημένες, ώστε να επιτρέπουν την αυτο-επιβεβαίωση και αυτο-τροφοδότησή τους, σε πείσμα πολλές φορές της πραγματικότητας. Και τούτο διότι στη βάση τους δεν βρίσκεται τόσο η επιστημονική θεώρηση των πραγμάτων, ούτως ή άλλως εξαιρετικά δύσκολη έως και ανέφικτη, όπως πρώτος κατέστησε σαφές ο Αριστοτέλης,[1] αλλά ιδιαίτερες προτιμήσεις, συμπάθειες και συμφέροντα, η στήριξη και ανατοποθέτηση των οποίων, ακόμη και σε περιπτώσεις δυσμενών εξελίξεων για τους φορείς της εκάστοτε ιδεολογίας, πάλι μέσω της ιδεολογίας επιτυγχάνεται με τρόπο προνομιακό.

Η ιδιομορφία της σημερινής κατάστασης έγκειται, βέβαια, στην ύπαρξη έντονων συναισθηματικών καταστάσεων μεταξύ των ψηφοφόρων, είτε αυτό σημαίνει οργή και δυσαρέσκεια, είτε πάλι σημαίνει ριζική απογοήτευση, είτε σημαίνει αυξημένες προσδοκίες (για ευφορία λόγω προσωπικής ευημερίας, η οποία υπήρχε σε μεγάλο βαθμό στο παρελθόν, μάλλον δεν μπορούμε να μιλήσουμε σήμερα). Η δυσκολία της συνειδητοποίησης της ακαταλληλότητας τέτοιων συναισθηματικών εξάρσεων για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων είναι μεγάλη. Ειδικότερα σε όσους τρέφουν μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον και τις εναποθέτουν σε συγκεκριμένους πολιτικούς φορείς και ηγέτες έχω πάντως να πω ότι τέτοιες προσδοκίες δεν δικαιολογούνται, ούτε με βάση την ποιότητα των πολιτικών μας ταγών, ούτε – κατά μείζονα λόγο – με βάση τις δυνατότητες της Ελλάδας να αλλάξει (από μόνη της) τον ρου της παγκόσμιας ιστορίας, της οποίας αναγκαστικά είναι οργανικό μέρος. Κι αν κάποιος / α τρέφει υψηλές προσδοκίες ως αντίβαρο στην απαισιόδοξη διάθεση που του προκαλεί η θέαση της σημερινής πραγματικότητας, σε εθνικό αλλά και προσωπικό επίπεδο, καλό θα ήταν να είναι έτοιμος / η και για μεγάλες διαψεύσεις. Και για να μην παρανοηθώ, θα προτιμήσω να πω πράγματα που δεν θα ευχαριστήσουν όσους διακατέχονται από έντονους κομματικούς πατριωτισμούς: ούτε ξαφνικά η Ελλάδα ξαναέγινε «ισχυρή» – όπως μας είχε πρωτοπεί ο ανεκδιήγητος Σημίτης – επειδή ακριβώς υπάκουσε πειθήνια στα κελεύσματα της Μέρκελ, του Σόιμπλε και της Λαγκάρντ, ούτε είναι εύκολο ένας Έλληνας ηγέτης – όσο χαρισματικός κι αν είναι – να χτυπήσει το χέρι του στο τραπέζι και να τρομοκρατήσει τους ηγέτες του «πλούσιου» ευρωπαϊκού Βορρά εξαναγκάζοντάς τους σε υποχωρήσεις υπέρ του, όντως, αδικημένου Νότου, ούτε έξω από την ευρωπαϊκή Ένωση περιμένει την Ελλάδα κάποιο ρόδινο μέλλον,έξω από γεωπολιτικά και κερδοσκοπικά, δηλαδή ιμπεριαλιστικά, παιχνίδια, στα οποία πάντα κυριαρχούν σχέσεις εξουσίας, ανταγωνισμών, αλληλοϋπονόμευσης, δοσοληψιών και εξισορρόπησης συμφερόντων.

Τι κάνουμε ούτως εχόντων των πραγμάτων; Για κάθε επιλογή, παρά τις προφανείς αδυναμίες της, υπάρχουν σοβαρά και σημαντικά επιχειρήματα, τα οποία συνήθως δεν αναδεικνύονται όσο πρέπει στον χώρο της δημοσιότητας. Ας ακολουθήσει ο καθένας, λοιπόν, τη φωνή της λογικής, της συνείδησης και της διαίσθησής του, ας συμμετάσχει συνειδητά και ενεργά στις εξελίξεις που έρχονται και ας φροντίσει, τουλάχιστον, να αποδοκιμάσει έντονα εκείνους που καταφανώς αποδείχθηκαν αναξιόπιστοι και ακατάλληλοι (λένε ότι ο λαός έχει αλάνθαστο αισθητήριο και όσο κι αν είναι υπερβολική μια τέτοια ρήση, πολλές φορές επιβεβαιώνεται από τα πράγματα). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ας συνδυάσει ο καθένας μας την ενεργό συμμετοχή του με την ελπίδα πως η συνισταμένη των ανθρώπινων πράξεων και επιθυμιών, η οποία θα αποτελέσει την πραγματικότητα του προσεχούς μέλλοντος, δεν θα είναι τόσο δυσμενής για την Ελλάδα όσο τα τελευταία χρόνια. Κι αν όλα τούτα φαντάζουν γενικόλογα, ας αναρωτηθούμε μονάχα αν αποτελούν συστατικά στοιχεία της ωριμότητας για την οποία προηγουμένως κάναμε λόγο.

 

[1]. Στα Ηθικά Νικομάχεια διαβάζουμε ότι η πολιτική τέχνη, η οποία χαρακτηρίζεται ως αρχιτεκτονική, ως σημαντικότερη δηλαδή από όλες τις άλλες τέχνες (θεωρητικές και πρακτικές δραστηριότητες) που είναι απαραίτητες στην ανθρώπινη πράξη, δεν έχει τον βαθμό ακρίβειας που έχουν άλλες επιστήμες και πάντα χαρακτηρίζεται από έναν ορισμένο βαθμό αβεβαιότητας. Το αντικείμενό της, το οποίο όπως διαλαμβάνεται στα Πολιτικά, στρέφεται περί τις έννοιες του ἀγαθοῦ, του δικαίου και του συμφέροντος, μπορεί πάντα να θεωρηθεί με διάφορους τρόπους ή να εξελιχθεί διαφορετικά σε σχέση με μια προηγούμενη εκτίμηση· η πολιτική, με άλλα λόγια, ασχολείται με το ἐνδεχόμενον ἄλλως ἔχειν (Ηθικά Νικομάχεια, 1134 b 31· πρβλ. επίσης, ό.π., 1094 a 1-1095 a 13 και Πολιτικά, 1253 a 14-18).

*Ο Γιώργος Η. Ηλιόπουλος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και καθηγητής στο Düsseldorf της Γερμανίας. H αναδημοσίευση εδώ είναι από το philosophia et vita – 5.2014

About d. [cells/ideas]

Born in Athens, Greece, Dimitris Eleas – Δημήτρης Ελέας is a writer, (independent researcher) and (political activist). - - - At the moment, Book in focus, work in progress (novel) The Black Birds of Warsaw.
This entry was posted in Πολιτική, Kοινωνία and tagged , , , , . Bookmark the permalink.